

Η νέα γυναικοκτονία στην Καλαμάτα έρχεται να προστεθεί σε έναν κατάλογο που η χώρα δεν αντέχει άλλο να βλέπει να μεγαλώνει. Μια 39χρονη γυναίκα δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της, με τον 41χρονο σύζυγό της να συλλαμβάνεται για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. και τα μέχρι τώρα στοιχεία, το έγκλημα σημειώθηκε σε διαμέρισμα της πόλης, ενώ μέσα στο σπίτι βρίσκονταν και τα δύο ανήλικα παιδιά του ζευγαριού.
Πίσω από τις ψυχρές λέξεις ενός αστυνομικού δελτίου υπάρχει μια γυναίκα που χάθηκε, δύο παιδιά που κουβαλούν πλέον ένα αδιανόητο τραύμα και μια κοινωνία που καλείται ξανά να κοιτάξει κατάματα το ίδιο ερώτημα: γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε για «κακιά στιγμή», «οικογενειακή τραγωδία» ή «έγκλημα πάθους», όταν το μοτίβο επαναλαμβάνεται με τόσο οδυνηρή συνέπεια;
Οι γυναικοκτονίες στην Ελλάδα δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά χωρίς κοινό νήμα. Δεν αφορούν μόνο μια πόλη, ένα σπίτι, ένα ζευγάρι, έναν καβγά. Αφορούν την έμφυλη βία, τον φόβο, τον έλεγχο, τη σιωπή, την αδυναμία έγκαιρης προστασίας και μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η ζωή μιας γυναίκας μπορεί να γίνει αντικείμενο κατοχής. Το Ελληνικό Τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία κατέγραψε 19 γυναικοκτονίες που αναφέρθηκαν στα μέσα ενημέρωσης το 2024, σημειώνοντας μάλιστα ότι η πλήρης τεκμηρίωση χρειάζεται επίσημα στοιχεία εξιχνιασμένων υποθέσεων.
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από σύντροφο, σύζυγο ή πρώην σύντροφο, η δημόσια συζήτηση κρατά λίγες μέρες. Μετά οι τίτλοι αλλάζουν, η επικαιρότητα προχωρά, αλλά το πρόβλημα μένει εκεί. Μένει στις γυναίκες που φοβούνται να φύγουν. Μένει στα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια όπου η βία παρουσιάζεται ως «ένταση». Μένει στις γειτονιές που άκουσαν, υποψιάστηκαν, αλλά δεν ήξεραν ή δεν τόλμησαν να μιλήσουν.
Η Καλαμάτα σήμερα δεν είναι απλώς ο τόπος ενός ακόμη εγκλήματος. Είναι ένας ακόμη καθρέφτης. Και όσο η κοινωνία κοιτάζει αυτόν τον καθρέφτη μόνο τη στιγμή του σοκ, χωρίς πρόληψη, χωρίς ουσιαστική στήριξη των θυμάτων, χωρίς άμεση προστασία όσων κινδυνεύουν, οι ίδιες ιστορίες θα επιστρέφουν με διαφορετικά ονόματα.
Η 39χρονη γυναίκα δεν είναι αριθμός. Είναι ακόμη μία ζωή που κόπηκε βίαια. Και το ελάχιστο που οφείλουμε είναι να μη συνηθίσουμε ποτέ αυτή τη φρίκη.


