Τα καμπανάκια των λεπρών

koiliaris



-Ένα διήγημα του Μπάμπη Κοιλιάρη απ’ τη ζωή στο Λωβοκομείο Χίου-

 

Η Θοδώρα βάδιζε αργά στον πάνω διάδρομο προς την εκκλησιά του Αγίου Λαζάρου. Λίγο πριν είχε ηχήσει η καμπάνα, το προσκλητήριο για την σύναξη των τροφίμων. Πλησίαζε η γιορτή του Αγίου και έπρεπε να ξεκινήσει η καθαριότητα του χώρου με τη βοήθεια όλων.
Εργαζομένων και τροφίμων.

Η νεαρή κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τις ολάνθιστες πέργκολες με τις μωβ αναρριχόμενες πασχαλιές που μοσχοβολούσαν από μακριά. Πιο κάτω οι πικροδάφνες στόλιζαν με μια ρόδινη ανταύγεια τους διαδρόμους. Τα τελευταία πορτοκάλια απέναντι στο περιβόλι, έπεφταν και παραχωρούσαν τη θέση τους στα καινούρια άνθη, που συμπλήρωναν με τις ευωδιές τους την ανοιξιάτικη πανδαισία του Λωβοκομείου.

«Εδώ μυρίζει πιο καλά κι από κουρείο». «Κολόνιες της φύσης» τις έλεγε η Άννα, η όμορφη συγκάτοικος της Θοδώρας. Η Άννα ήταν ένα ευχάριστο πλάσμα γεμάτη τόλμη και αισιοδοξία.
Βέβαια της ήρθαν όλα βολικά αφού η Δαψώνη, το φάρμακο για τη λέπρα, είχε καλά αποτελέσματα πάνω της. Εδώ και μερικούς μήνες είχε εφαρμοστεί πειραματικά σε πέντε εθελοντές ασθενείς, προκειμένου εάν πάει καλά, να περάσει και στους υπόλοιπους.

Επιτέλους αυτό που περίμεναν όλοι εδώ και 6 αιώνες ήλθε. Η Άννα δέχτηκε μετά χαράς να συμμετάσχει στο πείραμα. Τι έχω να χάσω; Σκέφτηκε. Το είπε και στη Θοδώρα. Όμως αυτή είναι άλλος χαρακτήρας. Η ασθένεια την έχει πάρει από κάτω. Φοβήθηκε. Κάποιοι είπαν πως αν δεν το αντέξει ο οργανισμός σου, πεθαίνεις. Κάλιο άρρωστή και ζωντανή παρά στον τάφο με ένα αριθμό πάνω από την πλάκα σου.

Έβλεπε στην Άννα να κλείνουν οι πληγές της, ενώ εκείνη ήταν ακόμα φασκιωμένη. Άρχισε η ζήλεια που δεν είχε να κάνει με την γειτόνισσά της, αλλά με την ίδια που δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία. Και το χειρότερο γι’ αυτήν είναι που ανακοινώθηκε ότι οι εθελοντές θα πάρουν σύντομα πιστοποίηση υγείας και θα φύγουν. Αυτό την πείραξε πιο πολύ. Σταμάτησε τα πολλά- πολλά με την Άννα και περπατούσε στο άσυλο μόνη της. Φορούσε ένα σάλι στο κεφάλι της και τριγύριζε χωρίς να μιλά σε κανένα. Είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη, όπως και πολλοί ακόμα ασθενείς.

Τώρα βαδίζει με σκυφτό το κεφάλι προς τον Άγιο Λάζαρο που βρισκόταν οι περισσότερες γυναίκες. Πάει να βοηθήσει να καθαρίσουν. Είχαν βγάλει έξω τα μπρούτζινα μανουάλια και τα έτριβαν με σόδα. Στη σκάλα μπροστά ξεχορτάριαζε ο Ντανιέλος. Ένας φραγκοσυριανός που κατέληξε στο Λωβοκομείο μετά από μια απίστευτη οδύσσεια. Τον ανάγκασαν να ταξιδεύει και να κρύβεται από νησί σε νησί. Κυνηγημένος απ’ όλους για την αρρώστια του, έφτασε εδώ πριν 5 περίπου χρόνια για να βρει την ησυχία και την γαλήνη.

Ο Ντανιέλος ήταν πολύ καλό παλικάρι κι έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για την Θοδώρα. Όμως εκείνη τον απέφευγε και αγνοούσε την όποια ευγενική κίνηση του προς εκείνη. Η Θοδώρα εύρισκε κάθε πρωί κρεμασμένο πάνω στο πόμολο της πόρτας της, ένα μάτσο από αγριολούλουδα. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος τα κρεμούσε εκεί. Αλλά κάθε φορά, κατά τύχη, περνούσε εκείνη τη στιγμή ο Ντανιέλος για να της πει μια καλημέρα και να της χαρίσει ένα ζεστό χαμόγελο.


«Τι θέλει πάλι κι αυτός;» Αναρωτιόταν η Θοδώρα, δεν βλέπει τα χάλια μου; Θέλει και έρωτες;
Δεν είμαι εγώ για τέτοια, ας κοιτάξει αλλού.
Ο Ντανιέλος ήταν ένας από τους 5 εθελοντές που δοκίμασαν τη Δαψώνη και περίμενε καλύτερες μέρες, όπως όλοι.
Μόλις η Θοδώρα ανέβηκε τα πρώτα σκαλοπάτια της εκκλησιάς, ο Ντανιέλος σηκώθηκε, την ακούμπησε στο μπράτσο και τη ρώτησε με ευγένεια.
«Τι κάνεις Θοδωρούλα; Πως είσαι σήμερα;»
Εκείνη γύρισε χωρίς να σταματήσει και του απάντησε ψυχρά και μονολεκτικά.
«Καλά….»

Δεν ήθελε να του αφήσει κανένα ίχνος ελπίδας. Συνέχισε στο προαύλιο και μπήκε στην εκκλησία. Ήθελε να συναντήσει τον παπά. Ήθελε κάτι να του πει. Δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ πριν, όμως τούτη τη στιγμή πίστευε ότι δεν υπήρχε κάτι καλύτερο για να την τόνωση, από το να μιλήσει μαζί του. Εκείνος ήταν απασχολημένος μέσα στο ιερό. Μόλις αντιλήφθηκε ότι η Θοδώρα στεκόταν στο σολέα βγήκε να την συναντήσει.

«Δάσκαλε, θέλω να σου μιλήσω. Δεν έχω άλλον εδώ και θα ήθελα να με ακούσεις.» του είπε και άρχισε να κλαίει.
«Μετά χαράς κόρη μου, να σ΄ ακούσω. Μην κλαις, όλα θα πάνε καλά. Θέλεις να τα πούμε τώρα;” της αποκρίθηκε ο ιερέας με πολύ ενδιαφέρον.
«Καλύτερα την ώρα του φαγητού» του απάντησε. «Τότε που όλοι θα πάνε στα εστιατόρια. Αν δεν σου είναι βάρος.»
«Μα ναι! Νομίζω ότι είναι η καλύτερη ώρα. Θα σε περιμένω εδώ.»

Η Θοδώρα τον ευχαρίστησε και του φίλησε το χέρι. Ύστερα πήρε ένα ξεσκονόπανο και άρχισε να καθαρίζει με επιμέλεια το καφασωτό πλέγμα που χωρίζει τα δυο κλίτη της εκκλησιάς. Στο ένα, το βορινό μαζευόταν όλοι οι λεπροί και στο άλλο έμπαιναν οι επισκέπτες και οι υγιείς, Ο κόσμος που ερχόταν στο Λωβοκομείο να παρακολουθήσει τις ακολουθίες.

Κάθε χρόνο, την ημέρα του Αγίου Λαζάρου ερχόταν πολλοί, αφού είναι η μόνη εκκλησιά του Αγίου στο νησί. Όλοι επαινούσαν το πόσο καθαρό και περιποιημένο είχαν το άσυλο οι λεπροί. Ευωδιές παντού και πουλούσαν και τα γλαστράκια τους στον κόσμο. Ήταν ένα καλό χαρτζιλίκι που τους το έδιναν όλοι απλόχερα.

Η Θοδώρα συνέχισε να καθαρίζει το καφασωτό και διάφορες σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό της. Τί θα έλεγε στον παπά; Προσπάθησε να τα βάλει όλα σε μια τάξη. Σε λίγο την πείραξε η σκόνη και αναγκαστικά βγήκε στο προαύλιο να πάρει καθαρό αέρα. Κάθισε στην πέτρινη πεζούλα για να ξεκουραστεί αλλά είδε κάτι που την πείραξε πολύ. Είδε την Άννα να έχει σταθεί στα σκαλοπάτια δίπλα στο Ντανιέλο και να χαριεντίζεται μαζί του. Η ρόμπα της ήταν ξεκούμπωτη μέχρι το γόνατο και έσκυβε για να προβάλει το στήθος της, από το ανοιχτό της πέτο.


Η νεαρή κοπέλα αναστατώθηκε προς στιγμήν, αλλά αμέσως συνήλθε. Συνέλαβε τον εαυτό της να ζηλεύει. Να ζηλεύει κάτι που το είχε ήδη απορρίψει. Που της ήταν αδιάφορο. Ή μήπως δεν της ήταν; Οι προθέσεις του Ντανιέλο απέναντί της ήταν ξεκάθαρες. Εκείνη τον απέφευγε, αρνούμενη την όποια σχέση μαζί του. Μήπως υπήρχε κάποιο φτερούγισμα στην καρδιά της, που τελικά ήθελε να το κρύψει κι από τον ίδιο της τον εαυτό;

Τώρα που είδε την Άννα να τον πλησιάζει, κάτι ξύπνησε μέσα της. Και ήταν ένα άγριο συναίσθημα ερωτικής ζήλειας. Την ζήλευε ήδη που την έβλεπε να θεραπεύεται, τώρα προστέθηκε και η ερωτική ζήλεια. Έκλεισε τα μάτια για να μην βλέπει και προσπάθησε να ελέγξει τα συναισθήματά της παίρνοντας βαθιές αναπνοές κοιτάζοντας τον ουρανό.

Η Άννα είναι μια ψηλή καλλίγραμμη γυναίκα με πολύ όμορφα χαρακτηριστικά. Έχει πολύ γλυκό και τρυφερό χαρακτήρα. Είναι σε όλους αγαπητή, κυρίως στον ανδρικό πληθυσμό.

Άλλα ιδιαιτέρως στο Λουκά. Τον τελευταίο σύντροφό της. Βρισκόταν μαζί αργά τα βράδια ή στο δικό της ή στο δικό του δωμάτιο κρυφά, λόγω της απαγόρευσης. Ο Λουκάς είναι ένας ευκατάστατος ασθενής που ζήτησε πριν από μερικούς μήνες να πάει στην Αθήνα. Στην Αγία Βαρβάρα για θεραπεία. Τώρα η Άννα μόνη χωρίς σύντροφο, ψάχνει…

Η Θοδώρα φόρτωσε τα πνευμόνια της με καθαρό αέρα και μπήκε πάλι στο ναό. Δεν άντεχε να βλέπει την Άννα να κολλάει τώρα στο Ντανιέλο. Σε λίγο χτύπησε η καμπάνα. Τρία χτυπήματα σημαίνουν το «έτοιμο φαγητό». Ένας -ένας οι τρόφιμοι άρχισαν να αφήνουν τη δουλειά τους για να οδεύουν προς τα εστιατόρια. Η ίδια έμεινε εκεί και περίμενε τον παπά για να εξομολογηθεί. Είχαν προκύψει καινούριες καταστάσεις και τέτοια συναισθήματα που θα δυσκόλευαν την εξομολόγηση. Ως τώρα ήθελε μόνο να του πει πόσο άσχημα νιώθει με την αρρώστια της και να ζητήσει βοήθεια και ψυχική στήριξη.

Είχε απορροφηθεί από τις σκέψεις της και σχεδόν τρόμαξε όταν ο ιερέας την ακούμπησε στον ώμο για να την επαναφέρει στην πραγματικότητα.
«Μη φοβάσαι κόρη μου, άνοιξε την καρδιά σου σε μένα. Θα νιώσεις πολύ καλύτερα, θα ξαλαφρώσεις.» Της είπε. Πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της.
Εκείνη άρχισε να του λέει τον καημό της με μάτια βουρκωμένα. Του έλεγε ότι της ερχόταν στο μυαλό, για την αρρώστια για το σπίτι της, για τον χαμό του άντρα της. Δεκαεννιά χρονών χήρα. Ο άντρας της σκοτώθηκε στο Αλβανικό μέτωπο. Και μετά η πείνα, οι κακουχίες η λέπρα, το άσυλο. Δεν πρόλαβε να ζήσει. Η ζωή την πήρε από κάτω σαν μπουλντόζα και την έκανε κομμάτια.

Εκείνος την άκουγε προσεκτικά. Με ήρεμη φωνή την διαβεβαίωσε πως σίγουρα θα γίνει καλά, όπως όλοι οι τρόφιμοι.
«Τα νέα που έρχονται από την Αγία Βαρβάρα είναι περισσότερο από καλά. Της είπε.
Σύντομα θα πάρετε όλοι τη Δαψώνη αφού παντού στα πειράματα η επιτυχία είναι εκατό στα εκατό. Περιμένομε τη διαταγή από το Υπουργείο και θα θεραπευτείτε όλοι.»

Η Θοδώρα τον κοίταξε με ικανοποίηση και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, χαμογέλασε και ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο του ιερέα. Η σιγουριά στη φωνή του την καθησύχασε. Εκείνος την χτύπησε στην πλάτη και με πατρική φωνή της είπε.

«Είναι… και κάτι άλλο που σε παιδεύει κόρη μου; Αισθάνομαι… και άλλο μαράζι να σου τρώει
τα σωθικά, εκτός από την αρρώστια σου.»
Η Θοδώρα με κομπιασμένη φωνή του είπε πως υπάρχει κάποιος εδώ που δείχνει ενδιαφέρον για κείνη, μα η ίδια δεν ξέρει πως να το διαχειριστεί. Ο ιερέας χαμογέλασε.


«Καλά έκανες και μου το είπες… Ένα μονάχα έχω να σου πω. Υπομονή!» και συνέχισε…
«Είσαι νέα και όμορφη κοπέλα. Φυσικό είναι να θέλεις να ζήσεις. Μέσα στη ζωή είναι και ο έρωτας. Όσο κι αν σε έχει καταβάλει η λέπρα, οι βλάβες είναι δερματικές και θα επουλωθούν. Η ψυχή σου πρέπει να παραμείνει «αλώβητη» και να υμνείς την ύπαρξή σου σε τούτη την πλάση. Άσε τον εαυτό σου ελεύθερο να πράξει όσα η καρδιά σου επιθυμεί.

Κάνε υπομονή και σύντομα θα ανταμειφθείς γι’ αυτό. Σε λίγο θα είσαι έξω στον κόσμο, ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου όπως θέλεις εσύ. Αν πράγματι αγαπάς κάποιον να του το δείξεις χωρίς να διστάσεις. Ίσως δεν έχεις πολλές ευκαιρίες. Γιατί η ζωή τρέχει με μεγάλη ταχύτητα.»

Η Θοδώρα θαρρείς πως ξαναγεννήθηκε μέσα από τα λόγια του παπά. Ένοιωσε άλλος άνθρωπος. Έριξε το μαντήλι που σκέπαζε ως τώρα το κεφάλι της και φίλησε άλλη μια φορά τα χέρια του.

«Να κοινωνήσεις στην Ανάσταση κόρη μου….θα χαρώ να σε δω και θα σου ανακοινώσω τώρα και τα ευχάριστα. Το Πάσχα θα έρθει ορχήστρα από τη χώρα!! Κάποιοι μουσικοί δέχτηκαν να μας διασκεδάσουν. Θέλω να σε δω να χορέψεις … με τον αγαπημένο σου.
Πήγαινε τώρα να φας γιατί η κοιλιά σου ακούγεται να γουργουρίζει.» Της είπε αστειευόμενος για να της διώξει το άγχος.

Σηκώθηκε η Θοδώρα κι αφού τον ευχαρίστησε βγήκε από το ναό. Απ’ έξω την περίμενε ο Ντανιέλος που δεν πήγε να φάει, ανησυχώντας για το κορίτσι. Στο χέρι του κρατούσε ένα μάτσο με καμπανάκια. Εκείνα τα αγριολούλουδα που φυτρώνουν κάθε τέτοιο καιρό, μόνα τους, στους τοίχους του Λωβοκομείου. Εκείνη σταμάτησε, τον κοίταξε για πρώτη φορά ίσια στα μάτια και άπλωσε το χέρι της να πάρει τα λουλούδια. Εκείνος τότε έκλεισε το χέρι της μέσα στα δικά του μεταφέροντας την ζεστασιά του, που έφτασε μέχρι την καρδιά της.

Η Θοδώρα ένοιωθε πολύ όμορφα. Άκουσε ξαφνικά τα καμπανάκια να λαλούν σαν μικρά νεραϊδάκια, τα κοτσύφια να παίζουν τις φλογέρες τους χορεύοντας ανάμεσα στις πικροδάφνες κι ένα σμάρι από μέλισσες να ρουφά το νέκταρ και την γύρη από τις πασχαλιές που κρεμόταν στην πέργκολα. Το βουητό τους έμοιαζε με ουράνιες σάλπιγγες που έπαιζαν άγγελοι.

Μεγάλη Πέμπτη. Δυο κάρα φορτωμένα με πραμάτειες κατευθυνόταν προς το Λωβοκομείο. Οι σκληρές ατσάλινες ρόδες τους τσάκιζαν τις πέτρες στον χωματόδρομο με τα πεύκα και τους ευκαλύπτους. Η βαριά σιδερένια πόρτα του ασύλου που χρόνια τώρα έμενε ερμητικά κλειστή άνοιξε διάπλατα για να υποδεχτεί τον κόσμο. Η είδηση για την ίαση της λέπρας μαθεύτηκε παντού. Απ’ άκρη σ’ άκρη όλη η Ελλάδα βούιξε με το χαρμόσυνο γεγονός.

Τα κάρα προχώρησαν μέχρι τα εστιατόρια και άρχισαν να ξεφορτώνουν γεμίζοντας τις αποθήκες των μαγειρείων με φρούτα, λαχανικά και κρέατα για το Πάσχα. Και αβγά!! Πολλά αυγά κόκκινα, για να μοιράσουν στους επισκέπτες που θα έρθουν να αναστήσουν μαζί τους.

Ο Ντανιέλος κουβαλούσε τα αρνιά και η Θοδώρα πήγαινε να πάρει τα καλάθια με τα αυγά. Κάθε φορά που συναντιόταν στο δρόμο γυρίζαν και κοίταζε ο ένας τον άλλο. Αυτή η ματιά έλεγε τόσα πολλά χωρίς να χρειάζονται καθόλου λόγια.


Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας γινόταν με κατάνυξη. Ο κόσμος που ερχόταν ήταν πολύς. Οι λεπροί πίσω από το καφασωτό κοίταζαν με λαχτάρα τα φορέματα και μύριζαν τα αρώματα των κυριών. Θαύμαζαν τα κοστούμια των κυρίων. Ήξεραν πια πως σε λίγο καιρό το καφασωτό θα απομακρυνθεί και όλοι θα φορούν τα ίδια. Σε λίγο καιρό και εκείνοι θα απολαύσουν την ίδια ζωή αφού θα ήταν υγιείς. Θα ξαναπήγαιναν στις δουλειές τους, θα ξανάβλεπαν τους φίλους τους, τους συγγενείς, τα σπίτια και τα κτήματά τους.

«Δεύτε λάβετε φως» κι άναψαν όλες οι λαμπάδες. Η Θοδώρα στεκόταν δίπλα στο Ντανιέλο.
Τα υγρά μάτια της λαμπύριζαν στη φλόγα της λαμπάδας της, αλλά κι από χαρά. Έψαξε την Άννα αλλά με έκπληξη είδε πως ήταν στο πίσω μέρος της εκκλησιάς, στο τέλος. Πίσω απ’ όλους. Δίπλα της στεκόταν ο Λουκάς. Είχε γυρίσει από την Αγία Βαρβάρα υγιής πια, για να κάνει Πάσχα μαζί με την αγαπημένη του.
Το «Χριστός Ανέστη» έφερε δάκρυα στα μάτια όλων αφού μαζί με την Ανάσταση του Χριστού θα έρθει και η δική τους ανάσταση από την λέπρα. Η Θοδώρα ακούμπησε για πρώτη φορά τα χείλη του Ντανιέλο με τα δικά της και πήρε ένα ζεστό φιλί. «Χριστός Ανέστη»… της είπε.

«Αληθώς Ανέστη» αγάπη μου, του απάντησε εκείνη με δάκρυα χαράς στα μάτια.
Καθώς οι καμπάνες του Λωβοκομείου χτυπούσαν αναστάσιμα, πήραν ζωή και χτυπούσαν μαζί τους όλα τα καμπανάκια που ήταν φυτρωμένα στους τοίχους του ασύλου. Μια ουράνια μελωδία από «τα καμπανάκια των λεπρών».

Μπάμπης Κοιλιάρης

Σχετικές δημοσιεύσεις