

Από τον Σεπτέμβριο του 1694 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1695, η Χίος κατελήφθη από τους Βενετούς.
Μόλις έφθασε στη Χίο η είδηση της κατάληψης των λιμένων της Πελοποννήσου από τους Βενετούς, οι Καθολικοί της Χίου είχαν μεγάλες ελπίδες.
Οι Τούρκοι τότε δεν είχαν επαρκείς στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις , οι Καθολικοί της Χίου προσκαλούσαν τον Βενετικό στόλο να έλθει στη Χίο. Οι κάτοικοι της Χίου δεν ήθελαν τους Βενετούς. Μετά την κατάληψη της Χίου , οι δικοί μας κατάλαβαν ποιοι ήσαν οι Βενετοί. Ο Βαί΄λος της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη , έγραψεν ότι οι δικοί μας έκαμαν έρανο και εμάζεψαν εδώ στον Γαλατά 500 χιλιάδες ρεάλια που παρέλαβεν ο Μαυροκορδάτος Παντελής και επήγε κρυφά στην Ανδριανούπολη και τα χρήματα αυτά έδωσε στους Τούρκους μαζί με τον φόρο των Βενετών στη Χίο από 25.000 ρεάλια . Εκεί στην Ανδριανούπολη έφτασαν μυστικά και Χιώτες χωρικοί για να συνεννοηθούν με τους Τούρκους για την ανακατάληψη του νησιού από τους Τούρκους.
Στα τέλη του 1694 οι Τούρκοι έφεραν στη Χίο 20 χιλιάδες στρατιώτες και 70 πλοία, οι Βενετοί είχαν εδώ μόνο 40 πλοία.
Εκεί στις Οινούσσες συνήντησαν οι Τ. τον Βενετικό στόλο αλλά ετράπησαν σε φυγή προς την Φώκαια χωρίς να ναυμαχήσουν.
Ο Σουλτάνος έβγαλε τον Τούρκο στόλαρχο με τον Διοικητή τώρα τον Χουσεΐν πασά.
Ο Τουρκικός στόλος ήλθε πάλι στις Οινούσσες και εκεί τον Φεβρουάριο του 1695 έγιναν 2 ναυμαχίες. Αρχηγός των Βενετών ήταν ο Πριούλης και υπαρχηγός ο Βαρθολομαίος Κονταρίνης και μετά τον φόνο του ναυάρχου ανέλαβε την αρχηγία. Ο Κονταρίνης έγραψε ότι οι Τούρκοι μελετούσαν επίθεση αλλά δεν εφάνησαν και είπαν πως ο στόλος έπρεπε να φθάσει στον λιμένα για επισκευή των πλοίων και ο Πριούλης είχε στις διαταγές του 20 πλοία. Το πρωί της 8 Φεβρουαρίου εφάνησαν οι Τούρκοι με συνολικά 44 πλοία.
Στις 9 Φεβρουαρίου οι Τ. επροχωρούσαν καλά με ευνοϊκό άνεμο και ο πλοίαρχος Πριούλης διέταξε και έρριψαν την πρώτη βολή . Ο Πριούλης ενόμισε ότι τα πλοία τα εχθρικά σαν συνοδεία αγγλικών πλοίων που θα έφευγαν από την Σμύρνη. Οι Τ. με τον καλό καιρό επροχωρούσαν και συνεκρούσθησαν με τους Βενετούς. Αιματηρή η πρώτη έφοδος. Ανετινάχθησαν μετά δίωρον αγώνα η φωτιά μετεδόθη από το πλοίο του Ντιμάρα και μετά στο πλοίο του Λ. Κορονάτο ανετινάχθη και αυτό στην πυριτιδαποθήκη του. Ο Δράκων εχάθη….
Εφονεύθη και ο κυβερνήτης Νικόλαος Μπιζάνης. Ο Κονταρίνης έγραψε πάλι οι Β. επερίμεναν τους Τούρκους.. μετά από 10 ημέρες με 20 πλοία… Άρχισαν οι έφοδοι και στις 19 Φεβρουαρίου οι Τ. έφυγαν με πολλές ζημιές και έχασαν 130 άνδρες. Οι Βενετοί έχασαν 4 πλοία, είχαν πιο λίγους 500 ναύτες, χωρίς να περιμένουν βοήθεια.
Το βράδυ της 19 Φεβρουαρίου ο αρχηγός διέταξε να αγκυροβολήση ο στόλος μπροστά στο λιμάνι της Χίου, ανάμεσα στα πλοία κακήν κακώς ο στρατός, εχάθη 1 πλοίο που το είχαν θησαυροφυλάκιο , άφησαν οι Β. το υλικό πολέμου στη Χίο και μόνο λίγοι Καθολικοί κατάφεραν να διασωθούν στον Βενετικό στόλο.
Ο Κονταρίνης διετάχθη με 16 Βενετικά πλοία να ταξιδεύση στο Ναύπλιο .
Εκεί ο Κονταρίνης έγραψε΄
Μετά τις Οινούσσες πολλοί αξιωματικοί εγύρισαν στη Χίο. Άρχισαν να διοργανώνουν φαγητά ακριβά αξίας επάνω από 600 λίρες… Επλήρωναν τις αγκινάρες ένα τσεκίνι τη μία, τα μήλα ένα τσεκίνι την οκά, εχόρευαν, έκαμναν διασκεδάσεις, αγώνες Βενετσιάνικους και άλλα. Ο λαός της Χίου λιποθυμούσε για ένα κομμάτι ψωμί, οι πλούσιοι επλήρωναν με χρήματα της Βενετίας 26 σολδία την οκά το βοδινό κρέας,
μισό τσεκίνι το λάδι…
Η Διοίκησις της πληγωμένης Βενετίας, κατεδίκασε τον στόλαρχο Μπιζάνη και απήλλαξε τον Κονταρίνη.
Ο Κονταρίνης εφάνη πάλι τον Σεπτέμβριο του 1695 στη Χίο ,κατανικώντας τον στόλο των Τ. Ελεγόταν Βαρθολομαίος Ιακώβου Κονταρίνης, ήταν από την Βενετία και εθελοντής στο ναυτικό από τα 1684. Στα 1685 έφτασε στην Πελοπόννησο, στα 1690 εναυμάχησε στο στενό της Μυτιλήνης με τον Τ. στόλο. Στα 1694 κατελήφθη η Χίος .
Στα 1696 συνήντησε ο Κ. τον Τουρκικό στόλο στα στενά της Άνδρου, τους κατεδίωξε και μόλις διεσώθη ο Μετζομόρτης.
Στα 1697 ο Κ. εταξίδεψε στη Σκύρο, Άγιο Όρος, Λήμνο, τον Τουρκικό στόλο εναυμάχησε προς την Τένεδο και ανάγκασε τον Μετζομόρτη να καταφύγη στη Φώκαια για επισκευή των ζημιών. Ο Κ. τον επερίμενε πολλές ημέρες και βγαίνοντας αυτός εκεί στον Καφηρέα τον ανάγκασε πληγωμένο να καταφύγει στην Κάρυστο. Τον Σεπτέμβριο εναυμάχησε πάλι με τους Τούρκους στο στενό της Ευβοίας θέλοντας να καταστρέψει τους Τ. αλλά λόγω του χειμώνα ο Μετζομόρτης ήλθε στη Χίο, ο Κ. έφθασε με πλοία στο Ναύπλιο, όπου με διαταγή της Βενετίας να μεταβή στον Καφηρέα για να αναλάβη την Ανωτάτη Διοίκηση των Ιονίων Νήσων, απέθανε στη Ζάκυνθο στις 10 Σεπτεμβρίου 1698.
Πάντα με την αγάπη μου στα δοξασμένα νησιά μας Χίο, Οινούσσες και Ψαρά.
Β΄ Από τα τοπωνύμια εδώ της πόλης της Χίου.
Κατάγομαι από το χωριό Φυτά της Χίου, που το όνομά τους οφείλουν στα Οινόφυτα της Βοιωτίας.
Από τα τέλη του 1970, είμαι μόνιμος κάτοικος της πόλης Χίου, στον Φραγκομαχαλά, τέλος του Ριζαρίου και τώρα στο Λατόμι, κοντά στην εκκλησία της Μεγαλόχαρης Παναγίας μας.
Ο Πασπάτης στο Χιακόν Γλωσσάριον και ο Φιστέλ ντε Κουλάνζ γράφουν την ονομασία του Κάμπου στους Γενουάτες κατακτητές του νησιού μας.
Η ονομασία Κάμπος οφείλεται πολύ στο χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου. Εξ άλλου ο ισχυρισμός ότι ονομάζεται Κάμπος διότι εκεί ήσαν οι θερινές κατοικίες των Μαονέων, είναι λάθος, διότι ο Ιερώνυμος Ιουστινιάνης , γράφει στα 1602 την Ιστορία της Χίου, αναφέρει ότι τα περιβόλια με τις επαύλεις των Μαονέων ήσαν μακρυά από τον Κάμπο. Ο Γ. Ζολώτας γράφει ότι οι άρχοντες της Χίου από παλαιοτάτους χρόνους είχαν τις επαύλεις και τα περιβόλια τους όχι πάντα στον Κάμπον, αλλά γύρω από την πόλη και πέραν απ΄ αυτή στα δυτικά και προς τα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά μέχρι και κάτω από τις υπώρειες του Αίπους περιφέρεια των Ασωμάτων λεγόταν ο λόφος της Ευαγγελιστρίας μέχρι τα Μεζάρια και την θάλασσα και έφθασε μέχρι τον Αγιασμένον , όπου ναός ήταν του Αγίου Θωμά. Η περιφέρεια Ασωμάτων έφερεν αυτό το όνομα από την ονομασία μικρής μονής των Ασωμάτων που υπήρχε εκεί.
Στη συνοικία Καπέλλα υπήρχε στα 1788 το περιβόλι και στα 1788 ονομαζόταν Βαλιντέ – Σουλτάν το μεταβίβασε στη σύζυγό του Μεχμέτ Μελέκ Πασά.
Για την συνοικία του Βουνακίου, ο Βλαστός αναφέρει στα «Χιακά», ότι η περιοχή Βουνάκι έγινεν στα 1694 από τον Βενετό αρχιστράτηγο Ζήνωνα.
Η πληροφορία αυτή είναι λάθος ,διότι το Βουνάκι δεν υπήρχε και ο ιστορικός Χάμερ γράφει για όσα έγιναν στην άλωση της πόλεως Χίου από τους Βενετούς στα 1694, γράφει ότι το Βενετικό σώμα από 9.000 ανδρών κατέλαβε το προάστειο της πόλεως και άνοιξε χαντάκι μπροστά από την Πλατεία, τον Πλάτανον, που ήταν η παλαιά ονομασία και είχε το όνομα το Βουνάκι, ο Μιχαήλ Ιουστινιάνη αναφέρει στην Ιστορία της Χίου ότι το Βουνάκι ήσαν πλατεία πολύ ευρύχωρη προς την πλευρά του Φρουρίου που ήταν κατοικία Μουσουλμάνων. Ο ιστορικός Σγουρός στην Ιστορία της Χίου υποστηρίζει ότι η πλατεία Βουνακίου έγινε μετά τα 1822 που στα τουρκικά λεγόταν Κιλίτς Μεϊντάν (πεδιάδα μικρά του Ξίφους) και μέχρι στα 1822 ήσαν συνοικία με πολλά σπίτια.
Η Βλαταριά ήταν συνοικία με πολλά σπίτια όπου έμεναν από τα 1400 οι Αργέντες, Δαμαλάδες, Πετροκόκκινοι και Τσικάλες…
Η Βλαταριά έφτανε μέχρι το εκκλησάκι του Αγίου Ευστρατίου, που υπήρχε μέχρι τα 1822, κοντά στη λεγόμενη Βρύση του Μελέκ Πασά που σήμερα ονομάζεται Μαρμαρένια Βρύση.
Η συνοικία της Γραφαριάς ήταν κοντά στη Βλαταριά, η συνοικία των Εργαστηρακίων ήταν ακριβώς μέσα στον χώρο του Βουνακίου.
Η συνοικία του Αγίου Ιακώβου ήταν παλιό μοναστήρι που ανήκε στην οικογένεια των Αμοίρων.
Η συνοικία Κάτω Γιαλού μέχρι το Μαιευτήριο είχε λίγα καταστήματα, κήπους και περιβόλια, ο Πάνω Γιαλός ήταν γεμάτος με ανεμόμυλους.
Η συνοικία Παλαιοκάστρου γεμάτη με κήπους και εκκλησία και αργότερα εκατοίκησεν εκεί η λεγομένη τρίτη τάξη. Ήσαν εκεί οι γειτονιές Χάνδακας , Ανεμούρα ,Γραφαριά , Κάνδηλον ή Καντήλαν , την Καπέλλα και την Ράμνη.
Η συνοικία Κάτω Παροικιάς ή Φραγκοπαροικιάς και Τουρκοπαροικιάς ,όπως γράφει ο Γ. Ζολώτας, ήταν μεταξύ του Εγκρεμού και του Παλαιοκάστρου. Η Φραγκοπαροικιά άρχιζε από το Μεζαράκι, όπου σήμερα είναι ο Δημοτικός Κήπος , εδώ ήσαν οι Τάφοι των Τούρκων προμάχων της Χίου, εδώ έγινεν η επαν. συνέλευση του Α. Μπουρνιά στα 1822, στην Φραγκοπαροικιά έμεναν οι ευσεβείς των Δυτικών, οι πιο φτωχοί από αυτούς κατοικούσαν στο Παλαιόκαστρο, και είχαν την ονομασία Παλαιοκαστρινοί.
Για το Παλαιόκαστρο στα 1855 ο Φιστέλ ντε Κουλάνζ υποστηρίζει ότι η θάλασσα εχτυπούσε τα τείχη της πόλεως, έφτανε μέχρι το ύψωμα του Παλαιοκάστρου που αποτελεί το φρούριο, το εσχημάτισε ο Καλοπλύτης από τις ύλες που έφερνε κατεβαίνοντας.
Ο Κουλάνζ, όταν ανέσκαψε το έδαφος του Παλαιοκάστρου σε βάθος 8 περίπου μέτρων, είπεν ότι το υπέδαφος ήταν 3 εποχών και μέχρι βάθους 2 1/2 μέτρων βρήκε σύγχρονα ερείπια , τούβλα, κεραμίδες και λείψανα κατοικιών Γενουατικής εποχής.
Βαθύτερα το έδαφος ήταν πιο στερεό και εκεί βρέθηκαν λείψανα κατοικιών και παλαιά βυζαντινά νομίσματα, σε βάθος 8 μέτρων ευρέθησαν μάρμαρα και νομίσματα της αυτόνομης προβυζαντινής Χίου.
Ο Κουλάνζ γράφει ότι το Παλαιόκαστρο είναι το αναφερόμενο από την Άννα Κομνηνή,ως Κάστρο της Χίου.
Υποστηρίζει η Άννα Κομνηνή ,ότι τότε στην εποχή των Βυζαντινών, το Βουνάκι ήταν θάλασσα που προσχώθηκε σιγά – σιγά από τον Καλοπλύτη.
Η συνοικία του Παλαιοκάστρου ήταν κάπως χωρισμένη από την υπόλοιπη Χίο, διότι ο Σγουρός αναφέρει ότι κατά το έτος 1380 την κατοικημένη πόλη της Χίου εχώρισε σε 2 το Φρούριο…
Στο Παλαιόκαστρο υπήρχαν πολλοί ναοί . Ο Ναός του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Σεραπίωνος. Ο Παύλος Κορέσιος έκτισε στα 1344 στο Παλαιόκαστρο τον ναό του Αγίου Ελευθερίου. Επίσης υπήρχεν ο ναός της Θεοτόκου Βλαχερνιωτίσσης, οι ναοί της Αγίας Ευφημίας , του Αγίου Σεβαστιανού, οι ναοί των Φραγκισκανών Μοναχών και ο του Αγίου Νικολάου. Οι περιηγητές γράφουν με θαυμασμό για τον
πλούτο στο Παλαιόκαστρο της Αγίας Ματρώνης από τη Βολισσό.
Στα 1725 έφτασε στη Χίο ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος, ενεργώντας έρανο για τον Πανάγιο Τάφο. Ανάμεσα στους κατοίκους που έδωσαν στον έρανο ήταν η Λούλα Μπουρέκα , καταγομένη από το χωριό μου Φυτά.
Πριν από τα 1821, στις συνοικίες του Παλαιοκάστρου , Αγίων Αποστόλων και Ράμνης, τα σπίτια επυρπολήθησαν..
Πάντα με αγάπη !
Πάντα με χαρά !
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Γ. ΓΑΤΑΝΑΣ.
Από τα Φυτά της Χίου.
Πτυχιούχος Τμημάτων Ιστορίας – Αρχαιολογίας και Κλασσικής
Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού
και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πτυχιούχος Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως Αθηνών,
μείζονος διαρκείας.
Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών.
Βραβείο α΄ με έπαινο της Γλωσσικής Εταιρείας Αθηνών.
Χρυσούς Σταυρός του Αγ. Ισιδώρου, ανώτατο παράσημο της Χιακής Εκκλησίας.
Έπαινος της Γλωσσικής Εταιρείας Αθηνών.
Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.
Συγγραφέας. Επίτιμος ανταποκριτής και αρθρογράφος της Χιακής εφημερίδος « Η ΠΡΟΟΔΟΣ» από τα 1970- 2011.

