Ο Αριστοφάνης ως γλωσσοπλάστης και όχι μόνο

Του Κ. Α. Ναυπλιώτη

 

Σε χαιρετούμε, ω πολυαγαπημένη,
πόση χαρά μάς έφερεν ο ερχομός σου.
Γιατί είμαστε από την επιθυμιά σου κυριεμένοι
κ’ υπέρμετρα ο καθένας έχει επιθυμήσει
προς το χωράφι του να ξεγλιστρήσει
……………………………………………………………………
Από την “ΕΙΡΗΝΗ” στ. 582 -586 μετ/ση Μ. ΑΥΓΈΡΗ

Αν και την ακριβή χρονολογία που γεννήθηκε ο Αριστοφάνης στη Λίνδο της Ρόδου δεν τη γνωρίζουμε, εν τούτοις – σύμφωνα με τα γραφόμενά του – κατά πάσαν πιθανότητα έζησε μεταξύ των ετών 446 – 376 π.Χ. Για την παιδεία του δεν γνωρίζουμε, όμως αν λάβουμε υπόψιν τις αναφορές του στον Όμηρο και τον Ησίοδο μέχρι και τους συγχρόνους του, μπορεί να συμπεράνει κανείς πως είχε λάβει καλήν παιδείαν . Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ονομασία “Ο κωμικός” όπως και ο Όμηρος ήταν “Ο ποιητής”.
Έγραψε 40 κωμωδίες και σώθηκαν μόνο 11… Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε πως η λέξη “κωμωδία” πήρε την ονομασία της από τά ἱλαρά ἄσματα τῆς Διονυσιακῆς ἑορτῆς τά ὀποῑα ὀνομάζονταν κῶμος καί ὄχι ἐκ τῆς λέξεως κώμη* (βλ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ τεύχ. 115)
Στις κωμωδίες του διακωμωδούσε – εχλέυαζεν την γελείαν πλευράν όλων των πραγμάτων της εποχής τα οποία εθαυμάζοντο.

Ο Αριστοφάνης ενεργεί ως λαογράφος ακόμα και ιστορικός της εποχής του· πράγμα που βλέπουμε και στα περισσότερα έργα του, αφού μας δίδει ένα θαυμάσιο τύπο του Αθηναίου χωρικού μέσα από τον Δικαιόπολη και τον Στρεψιάδη** όπου μέσω του σατυρικού του λόγου θέλει να “περάσει”τις απόψεις του και να διαμορφώσει τις απόψεις των ακροατών-θεατών.
Στη γλώσσα – ιδίως στα χορικά αλλά και στον διάλογο – αποδεικνύεται αληθινός αριστοτέχνης καθώς χρησιμοποιεί την λαϊκή γλώσσα τής εποχής με παράτολμες συνθέσεις λέξεων με κυρίαρχο στοιχείο τον υποκορισμό, αλλά και τη δημιουργία λέξεων. Ως μέγας λεξιπλάστης έφτιαξε τα μνημειώδη αριστουργήματα των κωμωδιών του οι οποίες περιέχουν τεράστιο λεξιλογικό θησαυρό από  δημώδεις (κοινές) και χυδαίες (ακόλαστες) λέξεις και εκφράσεις, οι οποίες αρμόζουν στα κατώτατα και ταπεινά κοινωνικά στρώματα, όπως π.χ στους συκοφάντες, αλλαντοπώλες, δούλους, αγροίκους, προαγωγούς, εταίρες παρασίτους, κόλακες κ. α. που έγιναν αντικείμενο μελέτης των φιλολόγων από την Αλεξανδρινή εποχή. Στον λόγο του χρησιμοποιεί παράλληλα με τους αιολικούς και δωρικούς τύπους,  δίνοντας έμφαση στον λόγο.
Ο Αριστοφάνης είναι ο ποιητής που μας λέει τον λόγο ή την αιτία για την οποία έγραψε τα έργα του. Έτσι, πετυχαίνει το σκοπό του διπλό α) να ελέγχει τους κακώς βιούντας και β) να παρακινεί τους ακροατάς εις γέλωτα. Λογικά λοιπόν -αναλόγως των περιστάσεων- χρησιμοποιούσε “Λόγους σεμνούς και υψηλούς” οι οποίοι άρμοζαν σε θεούς, ημιθέους και ήρωες· όπως π.χ στην κωμωδία Βάτραχοι στ. 1058-59 γράφει: “ἀλλ’ ὦ κακόδαιμον ἀνάγκη μεγάλων γνωμῶν καί διανοιῶν ἴσα καί τά ρήματα τίκτειν”. Στην περίπτωση αυτή όπως και σε πολλές άλλες (βλ. Αριστοφ. Ειρ.) αναφέρει τη λ. κἀπύργωσεν· αντί του ὕψωσεν, ηὔξησεν, ἐμεγάλυνε, όπου ο στίχος υπηρετεί το ήθος και το ύφος του νοήματος.
Παρακάτω θα αναφέρουμε ελάχιστες λέξεις παρμένες μέσα από τον ωκεανό τού λεξιλογίου και των καταλήξεων που δημιουργούν νέες και ζωηρές Αριστοφάνειες λέξεις. Είναι φανερό πως ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί συχνά τον υποκορισμό για να επιτύχει όχι μόνο το μέτρο, αλλά, κυρίως με κωμική πρόθεση. Στις κωμωδίες του βρίσκουμε λέξεις όπως: κυνίδιον, σπυρίδιον, χυτρίδιον, λαγώδιον, μοσχίδιον, γνωμίδιον, πυργύδιον, οφθαλμίδιον, παππίδιον, γαστρίδιον, πορνίδιον, λογίδιον, ονίδιον, κουρίδιον, αργυρίδιον, ορνίθιον, ξιφίδιον, κλινίδιον, γράδιον…
Η λεξιπλασία τού Αριστοφάνη φαίνεται σε πλήθος λέξεων οι οποίες είναι άξιες “Χαιρηδόνος” δηλ. χαράς (βλ. Αχαρ. 4) “ἄξιον Χαιρηδόνος”, όπως χαιρηδών -ονος και ἀλγηδών -ονος.

Βλέπουμε στους Όρνιθες να χρησιμοποιεί τη λ. χρυσοχαυνόπρωκτοι(3) αντί του έκλυτοι (ρ. εκλύω = απελευθερώνω μ.τ.φ ακόλαστος, παραλυμένος).
Στην κωμωδία Ἀχαρνεῑς: “Οὐ σπουδαρχίδηςΑἰολέων δέ ἴδιον τά ἐπίθετα πατρωνυμικῷ τύπῳ φράζειν”. Η λέξη εκτός από πατρωνυμικό σημαίνει και τον σπουδάζοντα περί αρχής. Ακόμα σπουδάρχης είναι ο μετά προθυμίας και σπουδής ενεργών δια δημοσίαν τινά θέσιν ή αξίωμα κοινώς θεσιθήρας. Πρέπει δε να σημειώσουμε πως η λέξη σπουδαρχίδης (συνήθως) χρησιμοποιείται με κωμική και υποτιμητική έννοια. Στη γλωσσιπλασία τού μεγάλου μας ποιητή ανήκει και η λέξη μισθαρχίδης η οποία ερμηνεύεται ως “ο μισθόν λαμβάνων, ή ότι τους στρατιωτών μισθούς ήσθιεν”. Ακόμα, ως  “ο κληρονομικός υποψήφιος εις μισθοδοτούμενα υπουργήματα…”.
Στα πατρωνυμικά ανήκει και η λ. στρατωνίδης, με την έννοια τού εμπορευομένου και εκμεταλλευομένου στρατιώτες δηλ. την αμοιβή των στρατιωτών.  Ακόμα διαβάζουμε τη λέξη πανουργιππαρχίδας, όπου παρατηρούμε ότι αυτή αναλύεται σε δύο συνθετικά μέρη, και η σύνθεση αυτή περιλαμβάνει το γέλιο και τον ψόγο δηλ. πανούργος συν Ιππαρχίδης.
Η λέξη αυτή αναφέρεται (μεταφορικά) και ως Πανουργίππαρχος δηλ. αρχηγός των απατεώνων· όπως και η σχετ. λέξη πανουργιπαρχίδαι σημαίνει μτφ. στην κωμωδία, τους μικρούς και ανώριμους αρχηγούς των απατεώνων δηλ. τους απατεωνίσκους. Στους Αχαρνής βρίσκουμε τη λέξη ‘ρακιοσυρραπτάδης η οποία ερμηνεύεται (διακωμωδώντας τους βασιλείς) ως ο τα ‘ράκη συρράπτων και ενδύων τους βασιλείς. Στη μοναδική γλωσσοπλαστική εφευρετικότητα τού Αριστοφάνη ανήκει και η ανεπανάληπτη λέξη σαλπιγγολογχυπηνάδαι (Βατρ.996) η λ. είναι σύνθετη από την λ. σάλπιγγα (τού πολέμου), λόγχη και υπήνη (μουστάκι, γενειάδα) του πώγωνος δηλ. οι έχοντες λογχειδή γένεια σαλπιγκταί.

Στην (Ειρ. 1142) διαβάζουμε τη λέξη Κωμαρχίδης. Εδώ πρόκειται για πατρωνυμικό κωμικό όπου φαίνεται πως η λέξη είναι ετυμολογικώς συγγενής με τις λέξεις κώμη, κωμήτης αλλά και κωμάρχης δηλ. προεστώς μικρής επαρχιακής πόλης.

Στα πατρωνυμικά ανήκουν και τα: Αγαμεμνονίδης γιός του Αγαμέμνονα, Πηλίδης γιός του Πηλέα, Κρονίδης, γιός του Κρόνου, όπως και Δρακοντίδης ως πλάσμα της κωμικής φαντασίας τού Αριστοφάνη (εάν το όνομα δεν ήταν υπαρκτό) αυτό είχε σχέση με την δικομανία- φιλοδικία, τα Δικαστήρια κ.α  Αναλογικά βέβαια μπορούμε να πούμε πως σπουδαρχίδης είναι ο γιός του σπουδάρχου (βλ.παρ.), όπως ηγεμονίδης, ο γιός του ηγεμόνα και αρχοντίδης ο γιός του άρχοντα.
Όμως ας τελειώσουμε με δυό – όπως πάντα – επίκαιρους στίχους (9-10) από την “Ειρήνη” “Ἄνδρες κοπρολόγοι, προσβάλεσθε πρός θεῶν,

εἰ μή με βούλεσθ’ ἀποπνηγέντα περιιδεῑν”

Δηλ. Για το θεό, βοηθάτε με, σύντροφοι κοπρολόγοι, αν μ’ αφήσετε, θα με φάει η μπόχα!

Κλείνοντας, να πούμε πως ο Πλούταρχος στην πραγματεία του Συγκρίσεως Αριστοφάνους και Μενάνδρου Επιτομή, γράφει ότι ο Αριστοφάνης εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία να διαστρέφει και να παρερμηνεύει λέξεις και ονόματα… και καταλήγει· ότι τούς ταμίας εβάπτισεν, οὐχί ταμίας ἀλλά Λαμίας ὄντας.

 

Σημείωσειςπροσθήκες

 

⁕ Ο Ησύχιος στο λεξικό του αναφέρει σχετικά: Λάμια· Ἀριστοφάνης φησίν, ὡς τ’ ἐκρίσης ἐν τῇ ἀγορᾷ τινός λαμιώδους γυναικός ἐνδιατριβούσης. Τινές δέ ἐν τῇ ἀγορᾷ περδουμένην γυναῑκα. Λάμια· θηρίον καί γυνή τις ἀρχαία οὔτω καλουμένη Λίβ(υ)σσα ρ. λιβάζω·  ἀπηθῶ ὑγρόν ρ. ἀπηθέω = στραγγίζω, διυλίζω βλ. (Βατρ.943) λξκ. Liddell – Scott πρβλ. την σημερινή έκφραση γεμάτη ζουμί -ζουμερή.

Λάμια, ρ. λάω – ω = προθυμοποιούμαι, προσπαθώ. α-λαός = τυφλός . Κάποιοι το συσχετίζουν με το απο -λαύω. Το ρ. σημαίνει θέλω, επιθυμώ, εύχομαι αλλά και προθυμοποιούμαι (προθύμως απολαμβάνω) προσπαθώ βλ. & λξκ. Π. Χ. Δορμπαράκη εκδ. “Εστίας” Αθήνα 1985. Λάμια· μυθολογικό τέρας μτφ. γυναίκα κακότροπη και λαίμαργη (σημερ. αχόρταγη) βλ. λξκ. Της Νέας Ελλ. Γλώσσας εκδ. ΕΝΝΟΙΑ Αθ. 2002
Το όνομα Λάμια είχαν πολλές εταίρες στην Αθήνα οι οποίες συζούσαν με σημαίνοντα πρόσωπα στην αρχαιότητα. Ο Αθήναιος αναφέρει την Λάμια ως ερωμένη του στρατηγού Θεμιστοκλή, ο οποίος ήταν επίσης γεννημένος από εταίρα. Επίσης, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επέβαλε φόρο για τα καλλυντικά τής αγαπημένης του Λάμιας. Στην Αθήνα έζησε και η Λάμια με έξοδα της οποίας χτίστηκε η Ποικίλη Στοά στη Σικυώνα. Οι συνάνθρωποί της την τίμησαν, και οι Αθηναίοι και οι Θηβαίοι έχτισαν ναούς αφιερωμένους στην Αφροδίτη Λαμία!..
* Ο βακχικός κῶμος ήταν το βακχικό τραπέζι με τις θεότρελλες εκδηλώσεις των πανηγυριστών που ξεπερνούσαν τα όρια τής ηθικής και της ευπρέπειας. Για την κωμωδία λοιπόν η οποία επήγασε από τα τραγούδια τού τρύγου και τις γιορτές του Βάκχου, ο Αριστοτέλης (“Ποιητική” κεφ. 4) μας πληροφορεί πως την πατρότητά της διεκδίκησαν οι Πελοποννήσιοι με το επιχείρημα πως αυτοί λέγανε τα τραγούδια στα χωριά και στις κώμες, ενώ οι Αθηναίοι στους Δήμους. Κ’ έτσι η κωμωδία ήταν το τραγούδι της κώμης, του χωριού δηλαδή. Βλ. Μαριέττας Γιαννοπούλου “ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ”  Ελλ. Δημιουργία τεύχος 115.
** Ο Αριστοφάνης καταγγέλλει ότι στα φροντιστήρια διδάσκεται όχι μόνο ο Δίκαιος αλλά και ο Άδικος λόγος. Ωστόσο ο ίδιος διατυπώνει μέσω της κωμωδίας τον Ὀρθόν λόγον, και μέσω του Άδικου λόγου θέλει να περιλάβει την γενική εξάρθρωση και χαλάρωση των ηθών στην Αθήνα κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Ως παράδειγμα αναφέρεται ο Στρεψιάδης ο οποίος μέσω των λόγων του προσπαθεί να μάθει πως θα διαστρέφει τον λόγο σε Ἄδικον λόγον.

Να σημειώσουμε ακόμη πως οι Κωμωδίες τού Αριστοφάνη είναι· “ Αχαρνής”, “Ειρήνη”, “Ιππής”, “Βάτραχοι”, “Νεφέλες”, “Όρνιθες”, “Εκκλησιάζουσαι”,
“Θεσμοφοριάζουσαι”, “Λυσιστράτη”, “Πλούτος”, “Σφήκες” και ότι οι ερμηνευόμενες λέξεις απλώς είναι ψήγματα από τον λεξιλογικό θησαυρό της χαρισματικής γλωσσοπλαστικής ικανότητας τού Αριστοφάνειου λόγου.
(3) Η λέξη είναι τρισύνθετη από τα χρυσός [ενν. γλυκός… σαν το χρυσάφι] – χαύνος [ανοιχτός]- πρωκτός.

knafpl@hotmail.com

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.