
Σε πρόσφατο (1.7.26) της παρούσας στήλης κείμενό μας, με αφορμή την εκδηλούμενη στη χώρα μας, ως μη όφειλε, έναντι της Δικαιοσύνης επιφυλακτικότητα ή και δυσπιστία, επισημαίναμε ότι εκείνοι που πρέπει να ανορθώσουν το κύρος της και να εμπνεύσουν τον επιβαλλόμενο σε αυτή σεβασμό είναι πρωτίστως οι δικοί της λειτουργοί με την αταλάντευτη αναζήτηση και απόδοση του δικαίου και μόνο αυτή.
Κατατάξαμε δε στους λειτουργούς της και τους συνηγόρους των δύο αντιπαρατιθέμενων μερών, επισημαίνοντας ότι οφείλουν να συμβάλλουν με ειλικρίνεια, υπευθυνότητα και αίσθημα ευθύνης στην ανάδειξη της αλήθειας, προκειμένου να αχθεί το δικαστήριο σε δίκαιη ετυμηγορία. Είναι δε εν προκειμένω χαρακτηριστική η σχετική του ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής Αδρ. Λασκαράτου αποστροφή: «Αλλ’ ο γνήσιος ιερεύς της Δικαιοσύνης, ο εννοών το δικηγορικόν επάγγελμα ως πρέπει να εννοείται, δεν είναι λιγότερο ζηλωτής της αξιοπρέπειάς του, απ’ ό, τι είναι ο γνήσιος ιερεύς του Υψίστου».
Ωστόσο, η αντίληψη που ατυχώς γενικότερα επικρατεί είναι ότι ο «καλός» δικηγόρος πρέπει να επιστρατεύσει κάθε μέσο θεμιτό ή μη, «να γαυγίσει στο δικαστήριο σαν σκυλί», όπως συνηθίζουν ακόμα και τώρα να λένε πολλοί, ώστε να αποδείξει το δίκαιο του πελάτη του έναντι του αντιδίκου, ακόμα και στην περίπτωση που αυτό καταφανώς και πασιδήλως δεν είναι με το μέρος του πρώτου. Η αιτιολογία
ότι ο συνήγορος δικαιούται να ενεργεί με τον τρόπο αυτό στα πλαίσια της δουλειάς του, «για να βγάλει και αυτός το δικό του ψωμί», προδήλως είναι κάθε άλλο παρά ορθή, αφού δικαιολογεί συμπεριφορά αντικοινωνική, που σε τελευταία ανάλυση την εξισώνει ασύνειδα με αυτήν λ.χ. του παραχαράκτη, του λωποδύτη, του ληστή ή του πειρατή, καθώς και αυτοί επιδιώκουν, ο καθένας με τον τρόπο του, να «βγάλουν το δικό τους ψωμί».
Μάλιστα η συμπεριφορά του συνηγόρου που ακολουθεί την ως άνω τακτική είναι ακόμα πιο μεμπτή, διότι την επιστήμη του τη Νομική, την οποία ορκίστηκε να υπηρετεί με ήθος για το κοινό καλό, την θέτει αδιακρίτως στη διάθεση του οποιουδήποτε και δι’ οτιδήποτε για το κέρδος το χρηματικό ή άλλον ιδιοτελή σκοπό.
Για τούτον ο Σωκράτης, αναμφίβολα, θα έλεγε εν σχέσει με τη Νομική Επιστήμη κάτι ανάλογο με εκείνο που είπε σε κάποιον τον οποίον είδε «πάσι χαριζόμενον και ανεξετάστως υπηρετούμενον :
“Κακώς απόλοιο ότι τάς Χάριτας παρθένους ούσας πόρνας εποίησας”».
Κ. Ε. Φραγκομίχαλος
* ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30.09. 2026
