

Του Παύλου Καλογεράκη
Μέρες του Δεκαπενταύγουστου που ζούμε ας μιλήσουμε για οικονομία με όρους μοναστηριακούς!!
Να μην σας φαίνεται περίεργο!. Είμαι βέβαιος ότι αυτό που θα διαβάσετε, πολλοί το έχετε δει, πολλοί το
έχετε ζήσει!
Τις τελευταίες ημέρες η δημόσια συζήτηση, κυρίως στα κανάλια και στις εφημερίδες, της
προεκλογικής κατάστασης βοηθούσης, περιστρέφεται γύρω από ένα σκληρό και αδιαμφισβήτητο γεγονός: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη περίπου στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο! Η πρώτη απάντηση που συνήθως δίδεται από πολιτικούς και άλλους για την βελτίωση αυτού του σημαντικότατου δείκτη, είναι οι επενδύσεις. Και πράγματι, οι επενδύσεις είναι απαραίτητες. Νέα μηχανήματα, σύγχρονες υποδομές, ψηφιακά εργαλεία, αυτοματισμοί και εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγικότητα. Ένας εργαζόμενος που διαθέτει καλύτερα εργαλεία μπορεί να παράγει περισσότερο και καλύτερα. Μια επιχείρηση που αξιοποιεί την τεχνολογία μπορεί να μειώσει το κόστος και να βελτιώσει την ποιότητα των υπηρεσιών της.
Όμως, όσο αναγκαίες και αν είναι οι επενδύσεις, δεν αποτελούν από μόνες τους την ουσιαστική
λύση. Η ιστορία διδάσκει ότι λαοί και οργανισμοί που διέθεταν άφθονα μέσα απέτυχαν, ενώ άλλοι με
περιορισμένους πόρους πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ο λόγος βρίσκεται βαθύτερα. Βρίσκεται στον άνθρωπο. Βρίσκεται στην ψυχική του σχέση με το έργο που επιτελεί. Η αληθινή παραγωγικότητα δεν γεννιέται μόνο από τα μηχανήματα. Γεννιέται από την συνείδηση του εργαζόμενου. Από το αίσθημα
ευθύνης. Από την εσωτερική αποδοχή ότι το καθήκον μας δεν είναι απλώς μια συναλλαγή χρόνου έναντι
μισθού, αλλά μια προσφορά προς το σύνολο. Για το κοινωνικό καλό.
Αυτήν την Αρχή θα την ονόμαζα: «ψυχική ένταξη στο διακόνημα του καθήκοντος». Η λέξη
«διακόνημα» δεν χρησιμοποιείται τυχαία. Στα μοναστήρια του Αγίου Όρους και γενικά σε όλα τα
μοναστήρια, ο μοναχός δεν αντιμετωπίζει το έργο που του ανατίθεται ως απλή αόριστη εργασία. Είτε
εργάζεται στον κήπο και το μποστάνι, είτε στο μαγειρείο, είτε στη βιβλιοθήκη, είτε στο αρχονταρίκι, θεωρεί ότι υπηρετεί μια αποστολή ευρύτερη από τον εαυτό του. Δεν εργάζεται επειδή κάποιος τον επιβλέπει.
Εργάζεται επειδή έχει ενστερνιστεί εσωτερικά τον σκοπό του έργου του. Έχετε δει στα μοναστήρια ή έχετε ακούσει για τα αποτελέσματα αυτής της Αρχής;
Ασφαλώς η κοινωνία δεν είναι μοναστήρι. Ούτε μπορεί να λειτουργήσει με κανόνες μοναστηριού.
Ωστόσο υπάρχει ένα στοιχείο αυτής της νοοτροπίας που θα μπορούσε να μεταμορφώσει την ελληνική
πραγματικότητα: η βαθιά ψυχική σύνδεση του ανθρώπου με το καθήκον του. Φανταστείτε έναν δημόσιο
υπάλληλο που θεωρεί ότι κάθε πολίτης που εξυπηρετεί είναι φιλοξενούμενος στο σπίτι του. Έναν
εκπαιδευτικό που βλέπει σε κάθε παιδί το μέλλον της πατρίδας. Έναν νοσηλευτή που αισθάνεται ότι η
φροντίδα του αποτελεί εθνική προσφορά. Έναν επιχειρηματία που κατανοεί ότι η επιχείρησή του δεν είναι μόνο πηγή κέρδους αλλά και κύτταρο κοινωνικής προόδου. Έναν εργάτη που γνωρίζει ότι το προϊόν που παράγει φέρει επάνω του την τιμή του ονόματός του. Τότε η παραγωγικότητα δεν θα αυξηθεί επειδή επιβλήθηκε. Θα αυξηθεί επειδή γεννήθηκε εκ των έσω.
Δυστυχώς, επί δεκαετίες καλλιεργήθηκε συχνά η αντίθετη λογική. Η λογική της ελάχιστης
προσπάθειας. Η λογική του «δεν βαριέσαι». Η λογική ότι η ευθύνη ανήκει πάντα σε κάποιον άλλον. Στο
κράτος, στον προϊστάμενο, στον εργαζόμενο, στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση, στην τύχη. Ας μην
αναλύσουμε δε τον λαϊκισμό κάποιων πολιτικών… Έτσι δημιουργήθηκε μια κουλτούρα αμοιβαίας
καχυποψίας, όπου πολλές φορές ο εργαζόμενος θεωρεί τον εργοδότη αντίπαλο και ο εργοδότης θεωρεί τον εργαζόμενο πιθανό φυγόπονο. Καμία κοινωνία δεν μεγαλούργησε πάνω σε τέτοια θεμέλια.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα ηθική της εργασίας. Όχι από μια ηθική εξαναγκασμού αλλά από
μια ηθική εσωτερικής στράτευσης. Από μια συνειδητή επιλογή να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, ακόμη
και όταν δεν μας παρακολουθεί κανείς. Να σεβόμαστε τον χρόνο εργασίας. Να απορρίπτουμε τη μετριότητα. Να αναζητούμε τη βελτίωση. Να αισθανόμαστε ότι κάθε θέση εργασίας αποτελεί έναν μικρό
σταθμό υπηρεσίας προς την κοινωνία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει. Οι επενδύσεις μπορούν να βοηθήσουν. Οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να βοηθήσουν. Όμως, η πραγματική επανάσταση που χρειάζεται η Ελλάδα είναι πολιτισμική. Είναι η επανάσταση της ευσυνειδησίας. Η επανάσταση της προσωπικής ευθύνης. Η
επανάσταση της ψυχικής ένταξης στο καθήκον, ως μοναστηριακό διακόνημα. Όταν ο εργαζόμενος, ο
διευθυντής, ο επιχειρηματίας, ο τεχνίτης, ο αγρότης, ο δάσκαλος, ο γιατρός και ο δημόσιος λειτουργός
αρχίσουν να βλέπουν το έργο τους ως προσφορά στη μεγάλη οικογένεια που ονομάζεται Ελλάδα, τότε η
παραγωγικότητα θα πάψει να είναι στατιστικός δείκτης. Θα γίνει εθνικό χαρακτηριστικό. Το ελληνικό
φιλότιμο μας το διδάσκει: οι προσωπικές επιτυχίες, οι επιχειρήσεις και οι δυνατές κοινωνίες δεν χτίζονται μόνο με χρήματα, μηχανές και τεχνολογίες. Χτίζονται πρωτίστως με ανθρώπους που έχουν αποφασίσει να υπηρετούν το καθήκον τους με ψυχή, συνέπεια και αίσθηση αποστολής. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο μυστικό της προόδου. Και εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, βρίσκεται το κλειδί για το μέλλον της Ελλάδας μας: στο κοινωνικό έμμισθο διακόνημα!!.


