
«Αυτή η δύναμη, να ανθρωπίζει τ’ άψυχα, να δίνει φωνές στους ίσκιους και – με τούτα τα λιτά μέσα – να μπορεί να προκαλεί στην ανθρώπινη ψυχή «τον οίκτον και τον έλεον», αυτό πια δεν είναι τέχνη. Είναι ένα σεπτό απόρρητο, που μεταφέρεται μέσα απ’ τους αόρατους δρόμους του πάθους, από μύστη σε μύστη, ώσπου φτάνει στο Μίμαρο και περνάει στο Μόλλα · κι απ’ το Μόλλα πάει στο Χαρίδημο κι απ’ το Χαρίδημο στο Σπαθάρη, ώσπου παίρνει σβάρνα τα χωριά και φτάνει στο Μέγα Γιαραμούκη».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ του θεάτρου σκιών έχουν μια μαγεία που αρχίζει με το άναμμα των φωτών του μπερντέ και τελειώνει με το σβήσιμό τους. Ό,τι συμβαίνει ανάμεσα στις δυο αυτές στιγμές είναι
υποταγμένο στην ψευδαίσθηση. Αυτή την ψευδαίσθηση τη συντηρεί και την αυξάνει ο κάθε καραγκιοζοπαίκτης ανάλογα με το ταλέντο και τη φαντασία του. Οι δυνατότητες που του παρέχονται
είναι πολλές και εναπόκειται σ’ αυτόν η αξιοποίησή τους. Το ίδιο, σε διαφορετική όμως κλίμακα, συμβαίνει και στις άλλες μορφές θεάτρου. Ο θεατής μετέχει στα δρώμενα υποταγμένος στην ψευδαίσθηση που του υπαγορεύεται από τους κανόνες της θεατρικής δομής. Έτσι ο σκηνοθέτης έχει τη δυνατότητα να πείσει το θεατή ότι το ψεύτικο είναι αληθινό. Το ζητούμενο βέβαια εδώ δεν είναι η αληθοφάνεια του ψεύτικου αλλά η αποδοχή της αντικατάστασης.
Οι δύο διαστάσεις στο θέατρο σκιών αφαιρούν το ρεαλισμό, ενώ ταυτόχρονα τον αναδημιουργούν με ένα διαφορετικό τρόπο.
Στα σκηνικά, στις φιγούρες, στην κίνηση, στη μουσική και στους ήχους συνυπάρχουν αρμονικά το στιλιζάρισμα και η περιγραφή, η υπερβολή και η απόλυτη πιστότητα. Για τη σκηνική απόδοση του
έργου επιστρατεύονται όλα τα μέσα και πρωταγτωνιστούν οι κάθε λογής επινοήσεις του καραγκιοζοπαίκτη για τη φαντασμαγορικότερη παρουσίαση των δρωμένων. Έτσι για την απόδοση των ήχων που συνοδεύουν κάποιες στιγμές της παράστασης χρησιμοποιούνται αντικείμενα που η αρχική χρήση τους είναι τελείως διαφορετική από αυτήν του θεάτρου σκιών.
Ο τενεκές
Ο τενεκές του λαδιού είναι από τα βασικότερα εργαλεία του καραγκιοζοπαίκτη, όπως έλεγε και ο Γιώργος Χαρίδημος. Ο καραγκιοζοπαίκτης βάζει στον τενεκέ του λαδιού βότσαλα, βίδες, πρόκες και κομμάτια γυαλιών. Έτσι, όταν ο βοηθός κατρακυλά τον τενεκέ στο πάτωμα του πάλκου, δημιουργείται ένα περίεργος, απροσδιόριστος αλλά και εκκωφαντικός θόρυβος, που συνοδεύει το κατρακύλισμα του Καραγκιόζη στις σκάλες του σεραγιού ή όταν υποτίθεται ότι παρασύρει μαζί του τις πραμάτειες της αγοράς απ’ όπου περνά κυνηγημένος. Ο αλλόκοτος ήχος ταιριάζει απόλυτα με τα παράδοξα που συμβαίνουν επί σκηνής.
Ακόμα με κατάλληλα χτυπήματα με ένα καδρονάκι πάνω σε έναν άδειο τενεκέ ο καραγκιοζοπαίκτης μπορεί να μας πείσει ότι ακούμε τουφεκιές, κανονιές ακόμα και πολυβολισμούς πολύ πιο πειστικά απ’ ό,τι αν έριχνε αληθινές μπαταριές πίσω απ’ τον μπερντέ, κάτι που γινόταν στα παλιότερα χρόνια.
Στο κασελάκι του καραγκιοζοπαίκτη, εκτός από τα εργαλεία μίμησης του ήχου των πυροβολισμών, στα ηρωικά έργα υπήρχαν και αυθεντικές κουμπούρες για τον ίδιο λόγο. Ο κίνδυνος ατυχήματος όμως, και εφ’ όσον υπήρχε εναλλακτική λύση, τις εξαφάνισε σιγά – σιγά από τα πάλκα του Καραγκιόζη.
Για όλα αυτά, ιδού μια απολαυστική διήγηση από τον Σωτήρη Σπαθάρη:
«Την ώρα που άρχιζε η παράσταση, τα όργανα παίζανε έναν χασάπικο που θα το χόρευε ο Καραγκιόζης, έχοντας στο χέρι του μια χαρτόνινη κουμπούρα. Όταν ο χορός τον μεράκλωνε, φώναζε «Ε ρε! Γλέντια που θα’ χει απόψε!» και μόλις σήκωνε ψηλά το χέρι του, για να ρίξει την κουμπουριά, όλοι οι θεαταί λαβαίνανε τα μέτρα τους. Άλλοι με τα χέρια τους κρύβανε τα μάτια τους, άλλοι βουλώνανε τ’ αυτιά τους κι άλλοι γυρίζανε τα μούτρα τους προς τα πίσω, γιατί η αληθινή κουμπουριά που θα’ ριχνε από μέσα ο
καραγκιοζοπαίκτης θα τράνταζε όλο τον τόπο, όλη τη γειτονιά ή το νησί ή την επαρχία».
Η κουμπουριά όμως έπρεπε να κάνει τόσο μεγάλο κρότο, ώστε να ακουστεί στην πόλη μακριά, για να ειδοποιηθεί ο κόσμος πως ο Καραγκιόζης άρχισε.
Σιγά σιγά σε λίγα χρόνια τα φώσφορα τα κατήργησαν και την κουμπούρα την αντικατέστησε ένα χονδρό τετράγωνο σίδερο με 5- 6 τρύπες στις οποίες ρίχναμε χλωρικό κάλι. Η κάθε τρύπα είχε κι ένα στρογγυλό σίδερο που το χτυπούσαμε με το σφυρί, κι έτσι ο καραγκιοζοπαίκτης, όταν έπαιζε μάχη, είχε όσους κρότους ήθελε.
Με τον τρόπο αυτό έπαψε πια να υπάρχει αυτός ο φοβερός κρότος της κουμπούρας που πολλές φορές τρόμαζε τον κόσμο και καμιά φορά λιποθυμούσε και καμιά γυναίκα, όταν η Αστυνομία ερχόταν τρεχάτη, για να προκάνει τον καβγά που υποψιαζόταν.
Εκτός αυτού, δεν χρειαζόταν πια και άδεια οπλοφορίας.
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, τους κρότους που κάναμε με τα σίδερα τους αντικαταστήσαμε με μια τάβλα που την κτυπούσαμε στο πάτωμα της σκηνής του Καραγκιόζη και από τότε, όταν παίζεται η παράσταση του Κατσαντώνη, ο Βεληγκέκας πηγαίνει ταβλοσκοτωμένος!
Η «σφαλιάρα»
Δεν υπάρχει παράσταση που να μην καταχερίσει ο Καραγκιόζης τον Χατζηαβάτη. Η «σφαλιάρα» ή «χαστουκιέρα» είναι το εργαλείο που συνοδεύει ηχητικά την κίνηση του χεριού του Καραγκιόζη πάνω στο Χατζηαβάτη, τους καβγάδες Μπαρμπα – Γιώργου – Βεληγκέκα, το ξυλοφόρτωμα του Καραγκιόζη από τον Βεληγκέκα. Είναι συνήθως μερικά φύλλα χαρτονιού κομμένα ομοιόμορφα σε σχήμα στενής ρακέτας, μήκους 20-30 εκατοστών και πλάτους 10εκ. περίπου. Αυτά, ντυμένα με ένα κομμάτι πανί ή
μαλακό πλαστικό ή δέρμα, γαζώνονται στην περιφέρειά τους.
Κρατώντας τα από τη λαβή, ο βοηθός χτυπά με το πλατύ μέρος την ανοιχτή παλάμη του ή το μηρό του. Ο ήχος που παράγεται είναι βέβαια πολλαπλάσια μεγαλύτερος από τον ήχο της φυσικής σφαλιάρας, αλλά αυτό είναι και το ζητούμενο στο θέατρο σκιών.
Οι παλιοί καραγκιοζοπαίχτες έλεγαν αστειευόμενοι, για να πειράζουν τους νεότερους βοηθούς τους, ότι ο καλύτερος ήχος σφαλιάρας γίνεται με αληθινή σφαλιάρα από τον καραγκιοζοπαίχτη στο σβέρκο του βοηθού!
Το καλάμι
Συχνά στο θέατρο σκιών εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και άλλα πλάσματα της φαντασίας, που θα έπρεπε να έχουν κάποιο ήχο όμοια παράδοξο με τη θέα τους. («Ο Καραγκιόζης στη ζούγκλα»,
«Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος όφις», «Τα 7 θηρία» κ.α.) Το εργαλείο που παράγει αυτό τον ήχο είναι το «καλάμι». Είναι το παλιό παιδικό παιχνίδι της Κρήτης και της Κύπρου που το έλεγαν νουνούρα ή νιουνούρα και έρχεται να προστεθεί στα εργαλεία παραγωγής ήχου στο θέατρο σκιών. Ένα κομμάτι χοντρό καλάμι, μήκους 15-20 εκατοστών, κλείνεται από το ένα άκρο του με ένα τσιγαρόχαρτο. Το άλλο άκρο είναι ανοιχτό. Λίγο πριν από τη μέση του μήκους του και προς την πλευρά με το τσιγαρόχαρτο ο
καραγκιοζοπαίχτης ανοίγει μια τρύπα μήκους 3 εκατοστών και ύψους 1 εκ. περίπου, παράλληλη με το μήκος του καλαμιού. Πάνω σ’ αυτή την τρύπα ο χειριστής του εργαλείου προσαρμόζεται τα χείλη του.
Παράγοντας ένα βόμβο με το στόμα προκαλεί παλμικές κινήσεις στο τσιγαρόχαρτο, που αναπαράγει με τη σειρά του το βόμβο, και το καλάμι λειτουργεί σαν ηχείο πολλαπλασιάζοντας την έντασή του.
Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Ο παράδοξος αυτός ήχος είναι ο ιδανικότερος που θα μπορούσε να βγάλει το θηρίο που θα σκοτώσει τον Μεγαλέξανδρο.
Το σήμαντρο
Η χριστιανική πίστη και η ορθοδοξία μνημονεύονται σε αρκετά έργα του θεάτρου σκιών · σε ορισμένα μάλιστα η θρησκευτική έξαρση είναι καθοριστική για τη δράση των ηρώων.
Σε ηρωικά κυρίως έργα η υπόθεση διαδραματίζεται σε κάποιο μοναστήρι ή κάποιο ξωκλήσι. Εκεί, εκτός από το σκηνικό που παριστάνει την εκκλησία, πρέπει να ακουστεί και η καμπάνα ή το σήμαντρο σε κάποιες σκηνές του έργου για τη ρεαλιστικότερη απόδοση της σκηνής. Επειδή λοιπόν δεν θα ήταν δυνατό να έχουμε καμπάνα στα παρασκήνια, εφαρμόζεται και εδώ η υποκατάσταση του πραγματικού με την ψευδαίσθηση.
Ο ήχος της καμπάνας αποδιδόταν αρχικά από ένα κομμάτι σίδερο: ο βοηθός κρατώντας το σίδερο με το ένα χέρι από την άκρη και κτυπώντας το με το άλλο χέρι με μια λαβή φιγούρας, απέδιδε τον ήχο της καμπάνας (μικρής ή μεγάλης) ή του σήμαντρου, ανάλογα με το σημείο που χτυπούσε και φυσικά με τη
δεξιοτεχνία του.
Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους έρχεται στα παρασκήνια του θεάτρου σκιών ο κάλυκας της οβίδας, για να αποδώσει σαφώς καλύτερα τους ήχους αυτούς. Το χτύπημα στον κάλυκα γίνεται συνήθως με σφυρί. Χτύπημα στη βάση του κάλυκα μιμείται τον ήχο του σήμαντρου. Χτύπημα στον κορμό την καμπάνα και, ανάλογα με το σημείο που χτυπά, το μέγεθος της καμπάνας.
Ήχο καμπάνας αποδίδει επίσης και το γνωστό μας μπρούτζινο γουδί που ο βοηθός κρατά από τη βάση του και το χτυπά με το γουδόχερο ή με λαβή φιγούρας για οξύτερο ήχο.
Η ροκάνα
Τη ρακάνα, όπως γράφει ο Pouqueville, τη χρησιμοποιούσαν στα παλιά χρόνια στις ελληνικές πόλεις, για να αναγγείλουν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Το θορυβώδες αυτό εργαλείο, έχει δύο χρήσεις στο θέατρο σκιών.
Η πρώτη είναι η κανονική, δηλαδή θόρυβος για το θόρυβο σε στιγμές πανηγυρισμού, όπως π.χ. στο έργο «Δημαρχιακές εκλογές», όπου οι βοηθοί παριστάνουν το αλαλάζον πλήθος φωνάζοντας, σφυρίζοντας και περιστρέφοντας ροκάνες κάτω από το μπαλκόνι των υποψηφίων.
Η δεύτερη χρήση είναι… πολεμική. Ο βοηθός δεν περιστρέφει τη ροκάνα, αλλά κρατώντας το σώμα της με το αριστερό χέρι και στρίβοντας τον άξονα αργά με το δεξί αναγκάζει το λυγισμένο ξύλο να χτυπάει αργά αργά πάνω στον οδοντωτό τροχό. Φυσικά η ροκάνα αυτή είναι υπερμεγέθης. Το μήκος της φθάνει περίπου το μισό μέτρο. Έτσι αποδίδεται ήχος πυροβόλου όπλου ή και πολυβόλου.
Τεχνάσματα φαντασμαγορίας
Αν τα ηχητικά βοηθήματα κατορθώνουν να διεγείρουν τη φαντασία του θεατή και να τον μεταφέρουν στη μαγεία του θεάτρου, τα οπτικά τεχνάσματα τον συναρπάζουν. Ας μην ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε παραστάσεις που δόθηκαν στη χρυσή εποχή του «Καραγκιόζη», δηλαδή από τη δεκαετία του ’20 μέχρι τη δεκαετία του ’50. Στον κινηματογράφο τα οπτικά εφέ είναι ακόμα πειραματικά και πολλές φορές αφελή, όμως ταινίες με εφέ από τη Μητρόπολη της εποχής του βωβού μέχρι τον ομιλούντα Γκοτζίλα
δημιουργούν θρύλο.
Εκείνα τα χρόνια, λοιπόν, οι καραγκιοζοπαίχτες ανακαλύπτουν οπτικά τεχνάσματα που θα βοηθήσουν τις παραστάσεις τους.
Αρκετά από αυτά διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας μαζί με τα έργα για τα οποία δημιουργήθηκαν.
Ο φωτισμός
Αμέσως μετά το τρίτο κουδούνι σβήνουν τα φώτα της πλατείας και ανάβουν τα φώτα του μπερντέ. Διαφανείς ηλεκτρικοί λαμπτήρες παραταγμένοι στη λυχναροθήκη και τρεις ή τέσσερις κρεμασμένοι στο πάνω μέρος της σκηνής θα φωτίσουν την παράσταση. Στα πρώτα χρόνια του «Καραγκιόζη» ο φωτισμός
γινόταν με κεριά, για να αντικατασταθούν από λυχνάρια, αργότερα από λάμπες ασετιλίνης και τέλος από ηλεκτρικούς λαμπτήρες.
Σε αυτό το κιτρινωπό φως διαδραματίζονται σχεδόν όλες οι σκηνές του έργου. Σχεδόν όλες, γιατί σε κάποιες στιγμές το χρώμα του φωτισμού αλλάζει. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια οι καραγκιοζοπαίχτες αντιλαμβάνονται τη σημασία του φωτισμού και την υποβολή συναισθημάτων που αυτό προκαλεί. Έτσι, την ώρα της μάχης ή των βασανιστηρίων το φως της σκηνής γίνεται κατακόκκινο. Όταν το καράβι του Καραγκιόζη ή το βαρκάκι της βεζοροπούλας ταξιδεύει στην ήρεμη θάλασσα, το φως γίνεται μπλέ, για να κοκκινίσει όταν η θάλασσα φουρτουνιάσει. Κι όταν η δράση του έργου μεταφέρεται στη ζούγκλα, το φως γίνεται πράσινο ή πρασινοκόκκινο, όταν εμφανίζονται και τα θηρία.
Η αλλαγή στο χρώμα του φωτισμού γίνεται με έναν πολύ απλό τρόπο. Δυο βοηθοί του καραγκιοζοπαίχτη με μια γρήγορη κίνηση τοποθετούν μια λουρίδα χρωματιστό χαρτί μπροστά από τα φώτα.
Έτσι το φως που απλώνεται στη σκηνή παίρνει το χρώμα του χαρτιού. Στα πρώτα χρόνια, η αλλαγή του φωτισμού γινόταν με τα «φώσφορα». Οι βοηθοί έφτιαχναν σε άδεια κονσερβοκούτια ή σε τενεκεδάκια από γάλα τα κατάλληλα μείγματα, τα τοποθετούσαν στη λυχναροθήκη και τη συγκεκριμένη στιγμή της παράστασης ο ένας έσβηνε τις ασετιλίνες και ο άλλος άναβε τα χρωματιστά «φώσφορα» που έβγαζαν δυνατό φως.
«Η σούβλισης του Αθανασίου Διάκου»
Από τα πιο πολυπαιγμένα μα και πιο αγαπημένα έργα στη σειρά των «ηρωικών» είναι ο Αθανάσιος Διάκος. Δύσκολο έργο που απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες από τον καραγκιοζοπαίχτη, μεγάλη σκηνή, πολλούς βοηθούς και πολύωρη προετοιμασία. Το βασανιστήριο του ήρωα στην παράσταση δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Ακολουθεί τη λαϊκή παράδοση, που θέλει αλλιώς την κορύφωση του δράματος. Η επικράτησή της οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο θέατρο σκιών, λόγω της
εντυπωσιακής παρουσίασής της με τον τρόπο αυτό στον μπερντέ.
Ήταν τόση η δύναμη του «Καραγκιόζη» που, όντας το μοναδικό θέαμα και μέσο ψυχαγωγίας, μπορούσε να περάσει όποιο μήνυμα ήθελε στο κοινό του.
Ας παρακολουθήσουμε όμως τη διαδικασία «της σούβλισης» στη σκηνή του Καραγκιόζη.
Ο Διάκος έχει συλληφθεί και μεταφέρεται δεμένες πισθάγκωνα επί σκηνής, για να διαμειφθεί ο γνωστός διάλογός του με τον Ομέρ Βρυώνη. Για τη σκηνή αυτή χρησιμοποιείται δεύτερη φιγούρα του Διάκου που τον εικονίζει δέσμιο με τα χέρια πίσω. Επιπροσθέτως, υπάρχουν χαρτονένιες αλυσίδες, οι οποίες καταλήγουν σε υποτιθέμενη σιδερένια μπάλα που σέρνεται στο έδαφος, που κινούνται σε κάθε κίνηση της φιγούρας. Όταν ο αγάς δίνει την εντολή «Σουβλίστε τον» τα φώτα της σκηνής σβήνουν. Τότε πάνω
στη λυχναροθήκη τοποθετείται οριζόντια η σούβλα με το Διάκο.
Αμέσως κάτω από τη σούβλα ανάβει φωτιά και ο Διάκος καίγεται σιγά σιγά, ενώ η σούβλα μοιάζει σαν να περιστρέφεται. Σε λίγο το σώμα του Διάκου έχει καεί και στη σούβλα έχει απομείνει μόνο ο σκελετός του.
Το θεαματικό αυτό εφέ γίνεται ως εξής: Η σούβλα που τοποθετείται στη λυχναροθήκη αποτελείται από μια λαμαρινένια κατασκευή, που είναι ο σκελετός με τη σούβλα και τα κάθετα στηρίγματα. Ο σκελετός είναι ντυμένος με μπλε κόλλα που είναι αδιαφανής (με αυτήν που έντυναν τετράδια και βιβλία οι μαθητές του σχολείου τα παλιότερα χρόνια), κομμένη στο σχήμα της ξαπλωμένης φιγούρας του Διάκου. Τα μακριά μαλλιά του κρέμονται προς τα κάτω. Η σούβλα δεν εφάπτεται στο πανί, αλλά τοποθετείται σε αρκετή απόσταση από αυτό. Κάτω από τη σούβλα τοποθετείται ένα κεραμίδι στο οποίο ρίχνουν λίγο πετρέλαιο όπως και στη φιγούρα του Διάκου. Με ένα σπίρτο ανάβει η φωτιά. Την ίδια στιγμή ένας προβολέας φτιαγμένος από σαρδελοκούτι φωτίζει από μακριά, ρίχνοντας τη σκιά της σούβλας στην οθόνη. Ο προβολέας δεν είναι σταθερός αλλά κινείται πάνω κάτω. Την κίνηση του προβολέα ακολουθεί η σκιά της κατασκευής που προβάλλεται στο πανί και δημιουργεί την εντύπωση της περιστροφής της σούβλας. Φυσικά σε όλη τη διάρκεια της σκηνής δεν υπάρχει άλλος φωτισμός. Ο μαύρος καπνός από το πετρέλαιο που καίγεται προβάλλεται επίσης στην οθόνη. Η μπλε κόλλα, καθώς καίγεται, κόβεται σε μικρά κομμάτια που πέφτουν στο κεραμίδι. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως πέφτουν κομμάτια καμένης σάρκας. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από ένα ακόμα τέχνασμα. Σε ένα κεραμίδι που έχει αναμμένα κάρβουνα ο βοηθός ρίχνει μερικά κομμάτια λίπους που αναδύουν σχετική μυρωδιά, καθώς καίγονται. Ο ίδιος βοηθός κάνοντας αέρα με ένα χαρτόνι στέλνει τη μυρωδιά στην πλατεία του θεάτρου. Με τον τρόπο αυτό οι θεατές παρακολουθούν το σούβλισμα με τη ρεαλιστικότερη απόδοση που θα μπορούσε να γίνει.
Μόλις τελειώσει το κάψιμο του Διάκου, σβήνει ο προβολέας και αφαιρείται η μεταλλική κατασκευή, ενώ ταυτόχρονα καρφιτσώνεται στην οθόνη παρόμοιος σκελετός και σούβλα από χαρτόνι.
Μοναχική φιγούρα επί σκηνής, όταν θα ξανανάψουν τα φώτα της.
Αμέσως η ορχήστρα παίζει το «Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά», ενώ από το πάνω μέρος της σκηνής κατεβαίνει η Ελλάδα ή η Δόξα με μορφή γυναίκας που κρατά την ελληνική σημαία, για να στεφανώσει τον ήρωα.
Στο μεταξύ ο βοηθός έχει βυθίσει σε έναν κουβά με νερό το κεραμίδι με το λίπος, για να σβήσει και να χαθεί η μυρωδιά, ενώ σε ένα άλλο κεραμίδι με αναμμένα κάρβουνα απλώνει κομμάτια λιβάνι. Η μυρωδιά του απλώνεται κάτω στην πλατεία και συνοδεύει τη σκηνή του στεφανώματος, αλλά και την αποχώρηση των θεατών που φεύγουν από το μαντράκι σκουπίζοντας τα κατακόκκινα από το κλάμα μάτια τους.
Αυτά είναι μερικά από τα ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό θέατρο σκιών και η χρήση τους ποικίλλει από μάστορα σε μάστορα. Υπάρχουν πολλά τεχνάσματα που χρησιμοποιήθηκαν περιστασιακά και ακόμη όσο θα υπάρχει το θέατρο σκιών θα επινοούνται καινούρια. Ο Χαρίδημος σε κάποια συνέντευξή του είχε πει ότι η μαγεία χάθηκε, όταν άνοιξαν οι πόρτες των παρασκηνίων και ο κόσμος έμαθε τα μυστικά του καραγκιοζοπαίχτη. Δε συμμερίζομαι την άποψή του. Η μαγεία στο θέατρο σκιών δεν χάνεται και θα υπάρχει όσο θα υπάρχει αυτό το θέατρο και όσο θα παίζονται αυτά τα έργα, που ψυχαγώγησαν με τη διπλή έννοια του όρου τόσες και τόσες γενιές. Υπάρχουν οι συνεχιστές της παράδοσης και ακόμα οι ανανεωτές του είδους, μια και είναι βέβαιο ότι τα πάντα εξελίσσονται.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΜΙΧΑΛΗ ΑΛ. ΞΥΛΟΠΟΔΗ
ΠΗΓΗ : ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ” 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 1999.

