Τι χρειάζεται η ιστορική ορθογραφία

 

Του Κ. Α. Ναυπλιώτη

Σίγουρα αποτελεί πρόβλημα το να παιδεύεται κανείς να γράψει σωστά την ελληνική. Φανταστείτε πως πρέπει να βρει το σωστό ανάμεσα σε έξι – ι -, δύο –ο-, δύο – ε-, αυ, ευ, φ, κ.ο.κ. Για να δούμε όμως, είμαστε τόσο μαζοχιστές και εμμονικοί και δεν γράφουμε π.χ ιρίνη (ειρήνη), γινέκα (γυναίκα), άβριο (αύριο), ίπαρξι (ύπαρξη) κ.α. π. Για να μην πούμε για τα Greeklish…ακόμα και την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. Από την αρχή να σημειώσουμε πως καμμία χώρα δεν προχώρησε στην υιοθέτηση τής φωνητικής ορθογραφίας, όταν μάλιστα και αυτές αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα· γνωστού όντος ότι η ιστορική ορθογραφία μιάς γλώσσας είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός λαού. Και ενώ σύμφωνα με κάποιους «γλωσσοδιορθωτές», ιδιαίτερα με το μονοτονικό, δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία της ελληνικής γλώσσας (πράγμα αμφισβητήσιμο)· αυτό συμβαίνει με την επιχειρούμενη κατάργηση τής ορθής γραφής δηλ. της ορθογραφίας, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ετυμολογική προέλευση άρα συγγένεια μεταξύ των λέξεων. Έτσι, μέσω της ορθής γραφής, βρίσκουμε τη σχέση μεταξύ των λέξεων που ανήκουν στην ίδια ετυμολογική οικογένεια.  Όπως π.χ όταν γράφουμε τη λέξη φίλος βρίσκουμε και τις συγγενικές – σημασιολογικά λέξεις όπως: φιλία, φιλικός, φιλόσοφος, ζωόφιλος, φιλάνθρωπος… ενώ γράφοντας με –υ συνδέουμε ετυμολογικά και σημασιολογικά τη λέξη με λέξεις όπως: φυλή, φυλετικός, αλλόφυλος, φύλαρχος, ενώ με δύο –λ μπαίνουμε σε άλλη σημασιολογική και ετυμολογική οικογένεια με λέξεις όπως: φύλλωμα, φυλλωσιά, πλατύφυλλος, τριαντάφυλλο, φυλλοβόλο (δέντρο), φυλλοξήρα… Ακόμα, από το λείπω έχουμε τον λειψό και το έλλειμμα, την έλλειψη, την λειψυδρία, την λειψανδρία, τον… λειψανάβατο, το διάλλειμα, το υπόλειμμα και το λείψανο.
Από το λυπ– (ρ. λυπέω- ῶ= στενοχωρώ, ενοχλώ) έχουμε το λύμα [ακαθαρσίες, νερά υπονόμων] λυπάμαι, τον λυπηρό, τη λύπηση, λυπητερός, λυπημένος. Το λεῖμμα = υπόλοιπο έχει παράγωγα τις  λ. διάλειμμα, έλλειμμα, υπόλειμμα, λείψανο. Πρέπει να διακρίνουμε την ορθογραφία της λ. φόνος (φον-), φονικό, φονιάς, φονεύω, από τη φωνή (φων-), άφωνος, ραδιόφωνο, τον κάτοικο(οικ-), την οικία, την κατοικία, το οίκημα, τον οικισμό, την οικονομία, από την εικόνα (εικ-), το εικάζω, τον εικαστικό, την εικασία, εικονίζω… από τον ικανό, τον ικέτη, το ικετεύω και την ικεσία.
Επίσης, το «συνδικάτο» είναι ελληνική λέξη και ορθώς γράφεται με –υ γιατί προέρχεται από τον «σύνδικο» δηλ. συνήγορο δικαστηρίου – δικαστή που αποφασίζει σχετικά με την δημόσια περιουσία. Ο «τζίρος» θα πρέπει να γράφεται με , γιατί προέρχεται από τον…γύρο! Το αγόρι  πρέπει να γράφεται με γιατί προέρχεται από το «άωρος» δηλ. μη ώριμος άρα άγουρος. Όπως και το φτειάχνω δεν υπάρχει λόγος να γράφεται με -ι γιατί προέρχεται από το ευθειάζω (ευθεία). Το κτήριο έγινε κτίριο και ετυμολογείται από το κτίζω κακώς. Το κτήριο βγαίνει από το κτήμα (δηλ. απόκτημα) από το ρ. κτάομαι – κτώμαι. Άρα λοιπόν, το κτίζω δεν παράγει το «κτίριο», αλλά το κτίσμα.
Και ένα τελευταίο (προς το παρόν). Δεν καταλαβαίνω γιατί το «καμμία» το γράφουμε καμία. Δεν έχει δα και περίπλοκη ετυμολόγηση…καν + μία > κανμία > καμμία. Όσο για τον κανόνα δεν παρουσιάζει… καμμία δυσκολία, αρκεί να θέλουμε να τον μάθουμε…
Ας τελειώσουμε (προς το παρόν) με τον…ρύπο που μας έρχεται από τον Όμηρο και σημαίνει –όπως και σήμερα- ακαθαρσία, βρωμιά, λέρα (ουσ. ρύπανση). Στα ν.ε η σημασία τής λ. δηλώνει και την ηθική βρωμιά, το ηθικό στίγμα και τον ηθικό «λεκέ» πρβλ. το εκκλ. ρύπος της ψυχής. Απ’ εδώ θα βρούμε πως θα γράφουμε και τα: απορρυπαντικά, το ρ. ρυπαίνω = μολύνω, ασχημίζω. Επίσης απ’ εδώ έχουμε και τη ρύπανση (μόλυνση π.χ [σήμερα] του περιβάλλοντος), τον ρυπαρό (αρχ. βλ. Διον. Αλικαρν. έκφρ. «αἰσχρροί  καί ρυπαροί πολῖται». Τέλος έχουμε τα ρυπαρογραφήματα δηλ. υβριστικά «βρώμικα» και συκοφαντικά δημοσιεύματα με τα οποία μολύνονται και στιγματίζονται πρόσωπα. Ακόμα έχουμε τις σχετικές λέξεις, ρυπογόνος, απορρύπτω* = αποπλύνω τον ρύπο, αλλά και τη λ. απόπλυμα, το ρύμμα (εκ του ῥύπτειν) που είναι κάθε τι που χρησιμεύει για την πλύση ενδυμάτων[μπουγάδα] καθώς και η ακαθαρσία εξερχομένη δια της πλύσεως· όπως το νερό με σαπούνι ή με τέφρα (στάχτη – αχυλιά [αλλού αλισίβα] η αλουσιά! ) βλ. λξκ. Γ. Δ. Ζηκίδου εκδ. 8η 1950;
* Βλέπουμε λοιπόν, πως μπορεί στα α.ε να μην υπήρχε το επίθετο απορρυπαντικός –α, υπάρχει όμως το ρήμα απορρύπτω = αποπλύνω τον ρύπον. Η λ. απόρριμμα –τα σημαίνει σκουπίδι, άχρηστο υπόλειμμα, απόρριγμα ρ. απορρίπτω = ρίπτω πέρα, πετάω, αρνούμαι να δεχθώ.
Αυτά προς το παρόν…
knafpl@hotmail.com

 

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.