

Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Χίος, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και η καθημερινότητα φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, οι συμπεριφορές και οι στάσεις δεν περνούν απαρατήρητες. Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο έντονα εκφράζεται μια δυσαρέσκεια απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες που εμφανίζονται ως υπερασπιστές των εργαζομένων και των αδύναμων, αλλά στην πράξη φαίνεται να λειτουργούν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια.Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το φαινόμενο των λεγόμενων «εργατοπατέρων».
Πρόκειται για πρόσωπα που δηλώνουν παρόντα σε κάθε διεκδίκηση, υψώνουν τη φωνή τους υπέρ των αδυνάμων και παρουσιάζονται ως οι κατεξοχήν εκφραστές των κοινωνικών αναγκών. Ωστόσο, για ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, αυτή η εικόνα μοιάζει όλο και περισσότερο με προσωπείο.
Πίσω από τα συνθήματα και τις δημόσιες τοποθετήσεις, πολλοί διακρίνουν μια στάση που δεν στοχεύει στην πρόοδο, αλλά στη διατήρηση ισορροπιών που εξυπηρετούν τους ίδιους.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με αυτή την κριτική, δεν είναι μόνο η υποκρισία, αλλά η ενεργή στάση παρεμπόδισης. Όταν ένας άνθρωπος επιχειρεί να δημιουργήσει, να εξελιχθεί ή να προχωρήσει μπροστά με δουλειά και προσπάθεια, αντί να βρίσκει στήριξη, συχνά έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια. Και τα εμπόδια αυτά, πολλές φορές, προέρχονται από εκείνους που δημόσια δηλώνουν ότι μάχονται για το καλό της κοινωνίας.
Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά, λόγια περί ισότητας, δικαιοσύνης και στήριξης των
αδύναμων· από την άλλη, πρακτικές που φαίνεται να «τσαλαπατούν» κάθε προσπάθεια προόδου που δεν ελέγχεται ή δεν συμβαδίζει με τα δικά τους συμφέροντα. Αυτή η στάση δημιουργεί ένα κλίμα αποθάρρυνσης, ιδιαίτερα για νέους ανθρώπους ή επαγγελματίες που θέλουν να επενδύσουν στον τόπο τους και να προσφέρουν.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η διατήρηση μιας κατάστασης στασιμότητας εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Όσο λιγότεροι προχωρούν μπροστά, τόσο πιο εύκολο είναι για ορισμένους να διατηρούν τον ρόλο του «εκπροσώπου» και να εμφανίζονται ως απαραίτητοι.
Έτσι, η πρόοδος δεν αντιμετωπίζεται ως κοινό όφελος, αλλά ως απειλή για την ισορροπία που έχουν οικοδομήσει.
Την ίδια στιγμή, η επίκληση της στήριξης προς τους αδύναμους χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για τη διατήρηση αυτής της εικόνας. Όμως, η πραγματική στήριξη δεν περιορίζεται σε λόγια ή σε επιλεκτικές παρεμβάσεις. Αποδεικνύεται στην πράξη, μέσα από ενέργειες που ενισχύουν την ανάπτυξη, δημιουργούν ευκαιρίες και ανοίγουν δρόμους για όλους – όχι μόνο για όσους εντάσσονται σε συγκεκριμένα πλαίσια.
Η κοινωνία της Χίου φαίνεται πλέον να αναγνωρίζει αυτές τις αντιφάσεις. Η ανοχή μειώνεται και η απαίτηση για αυθεντικότητα γίνεται πιο έντονη. Οι πολίτες δεν αρκούνται σε δηλώσεις και συνθήματα· ζητούν συνέπεια και ουσιαστική προσφορά. Και κυρίως, ζητούν να σταματήσει η πρακτική της υπονόμευσης κάθε δημιουργικής προσπάθειας.
Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι απλώς η εικόνα ορισμένων προσώπων ή ομάδων, αλλά η ίδια η προοπτική του τόπου. Μια κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει όταν όσοι επιχειρούν να δημιουργήσουν βρίσκουν απέναντί τους εμπόδια αντί για στήριξη. Η πρόοδος απαιτεί συνεργασία, ειλικρίνεια και σεβασμό στην προσπάθεια του άλλου.
Τελικά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους «εργατοπατέρες», αλλά τη συνολική στάση απέναντι στην ανάπτυξη και την πρόοδο. Η Χίος έχει ανάγκη από ανθρώπους που θα στηρίζουν πραγματικά την κοινωνία – όχι μόνο στα λόγια, αλλά κυρίως στις πράξεις. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου η προσπάθεια δεν θα τιμωρείται, αλλά θα επιβραβεύεται, και όπου η πρόοδος θα αποτελεί κοινό στόχο και όχι πεδίο αντιπαράθεσης.

