«Το μισό τραπεζάκι»



Διήγημα στο Λωβοκομείο του Μπάμπη Κοιλιάρη

Ο μπάρμπα Νικολός σηκώθηκε από το κρεβατάκι που ξαπόσταινε για μεσημέρι και βάδισε προς το μικρό κουζινάκι. Άπλωσε το χέρι πάνω από την πυροστιά για να δει αν ανάβουν ακόμα τα κάρβουνα που είχε ανάψει το μεσημέρι.
Καταδεχάμενη ήταν για το πονεμένο χέρι του. Η λέπρα ήταν προχωρημένη στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Όταν δεν φορούσε γάντι, το κρύο τον δυσκόλευε στις κινήσεις του. Έτσι η ζεστασιά της πυροστιάς τον ανακούφιζε.

Αν και προχωρημένος ο Μάρτης, είχε μετά το μεσημέρι αρκετή ψύχρα που έκανε τα δάχτυλα του Νικολού να πονούν και να τσούζουν. Το πρόσωπό του δεν είχε κανένα σημάδι μα τα χέρια του ήταν σακατεμένα. Τα λιγοστά κάρβουνα που άναβαν ακόμα στο μικρό τζάκι του απάλυναν τον πόνο. Γύρισε και κοίταξε το χέρι του. Το δεξί του χέρι. Αυτό που κάποτε, «έσφιγγε την πέτρα κι έτρεχε ζουμί». Αυτό το χέρι που τάισε τη χήρα μάνα του, σπούδασε τα αδέλφια του. Αυτό το χέρι μεγάλωσε τα παιδιά του, χάιδεψε για πρώτη φορά την γυναίκα του στο πρώτο τους ραντεβού. Την Αντρούλα.

Αντρούλα την έλεγε γιατί βοηθούσε πολύ. Δούλευε σαν άντρας δίπλα του. Στο σπίτι, στη δουλειά! Ο Νικολός πάντα έλεγε πως έχει δυο δεξιά χέρια. Ένα το κανονικό και ένα η Αντρούλα. Έμαθε δίπλα στο Νικολό, γρήγορα την τέχνη του τσαγκάρη και γάζωνε φόρτια, κολλούσε με βενζινόκολλα τις σόλες, έβαφε τα δέρματα.
Ήταν ανεκτίμητη. Όλα τα μερεμέτια εκείνη τα έκανε. Το κανονικό χέρι τον εγκατέλειπε, αλλά η Αντρούλα συνεχίζει να μπαλώνει παπούτσια για να βγάζει τα προς το ζην. Τώρα που ο Νικολός είναι έγκλειστος στο Λωβοκομείο, δεν έχουν άλλους πόρους για να ζήσουν εκτός από το τσαγκαράδικο.

Η Αντρούλα έρχεται κάθε Κυριακή και του φέρνει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ. Έτσι να νοιώθει κι αυτός πως είναι μαζί με την οικογένεια. Ευφραίνεται η καρδιά του Νικολού μόλις τη δει στην πόρτα. Του φέρνει γλυκά και καλούδια. Όχι πως δεν τρώνε καλά στο άσυλο! Οι μαγείρισσες είναι εξαιρετικές αλλά αλλιώς είναι το σπιτικό φαγητό. Εκείνο το κοκκινιστό μοσχαράκι! Ευλογία σαν κατεβαίνει στα σπλάχνα του
και τον αγιάζει. Φάρμακο στην ψυχή του είναι η σούπα και τα γιαπράκια με τα φύλλα του αμπέλου τους. Ο άμπελος! Άραγε τον περιποιείται κανείς πια;

Όταν έρχεται φορτωμένη η Αντρούλα, παίρνει ταξί για να μη σηκώνει. Ο Μιχάλης ο ταξιτζής, την ξέρει πια και κάθε Κυριακή μεσημέρι, πάει κάτω από το σπίτι της και περιμένει να την πάρει. Εκείνη φορτωμένη με την τετράπατη καστανιά με τέσσερα διαφορετικά φαγώσιμα να μοσχομυρίζουν, κάνουν το ταξί να μοιάζει με οινομαγειρείο. Βάζει τα φαγητά πίσω και κάθεται μπροστά για να τα λένε στο δρόμο μέχρι το άσυλο. Την αφήνει και φεύγει. Ύστερα αξεφόρτωτη είναι πιο εύκολα να γυρίσει με τα πόδια. Ο ποδαρόδρομος κάνει καλό στην καρδιά και στην τσέπη. Πέντε να πας και πέντε να γυρίσεις, ίσα ίσα μια επισκευή σε τακούνια…. Δεν περισσεύουν.

Ο Νικολός σήκωσε το χέρι του και ψαχούλεψε το ράφι δίπλα στην πιατοθήκη. Λίγο πριν είχε βάλει το μπρίκι με λίγο νεράκι μέσα στη χόβολη να ζεσταθεί. Με σχεδόν ανύπαρκτη την αφή έψαχνε το σακουλάκι με το τσάι. Ήθελε να πιεί ένα τσάι. Μα που το έβαλε; Ποιος του το πήρε; Αφού δίπλα δεν μένει κανείς. Έξι μήνες τώρα είναι άδειο. Μακάρι να έμενε δηλαδή, για να είχε κι αυτός μια συντροφιά.
Να ανταλλάξει μια κουβέντα, μια καλημέρα βρε παιδί μου! Βέβαια ο Νικολός είναι πολύ κοινωνικός.

Το πρωί μέχρι να πάει στα λουλούδια, τους χαιρετά όλους. Μα δεν είναι όλοι έτσι σαν εκείνον. Πολλοί κρύβονται και αποφεύγουν να μιλήσουν. Πολύ περισσότερο να ανοιχτούν στον άλλο. Τι να πεις; Ο καθένας έχει τα δικά του.

Έψαξε από δω, έψαξε από κει αλλά πουθενά το τσάι. Κάπου το έκρυψε και δεν θυμάται. Γύρισε στην χόβολη και κατέβασε το μπρίκι με το νερό, που είχε κάψει αρκετά. Ύστερα κατευθύνθηκε προς το αρμάρι που έβαζε τα τρόφιμά του, μέσα στο δωμάτιο. Άνοιξε και πήρε το βάζο με τον καφέ. Ήταν φρέσκος. Του τον φέρνει φρεσκοκομμένο η Αντρούλα του, κάθε Κυριακή. Επειδή όμως δεν ήρθε σήμερα, ήθελε ο Νικολός να κάμει οικονομία για την ερχόμενη εβδομάδα. Όσο για το χαμένο
τσάι, θα πάει αύριο να πάρει άλλο από το μαγειρειό.

Μόλις έπεσε ο καφές στο μπρίκι, μοσχομύρισε το κουζινάκι και το δωμάτιο.
Έκλεισε τα μάτια του ο Νικολός και όλες οι σκέψεις που είχε στο μυαλό του, έγιναν εικόνες. Σαν σινεμά πέρασαν μπροστά του. Το συνήθιζε αυτό τακτικά για να του κάνουν παρέα στη μοναξιά του. Και όταν έβλεπε αυτό το έργο πάντα χαμογελούσε χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Θυμήθηκε την αγαπημένη του Αντρούλα που τού ‘λειψε σήμερα. Ήθελε πάντα να του ψήνει τον καφέ εκείνη, με τα χεράκια της. Τότε μόνο τον απολάμβανε. Άλλη γεύση είχε ο καφές της.

Όμως εκείνο το απόγευμα ο καφές θα ήταν πικρός. Η Αντρούλα δεν ήρθε. Του ‘στειλε ένα μήνυμα από την Παρασκευή, πως σήμερα θα πάει στην Νέα Μονή να προσευχηθεί και να ανάψει ένα κεράκι για κείνον και τα παιδιά. Θα περνούσε ένα λεωφορείο το πρωί από την γειτονιά και ήταν ευκαιρία. Κατσούφιασε ο Νικολός όταν το διάβασε αλλά…
« Σε μοναστήρι θα πάει. Δεν πειράζει. Υπομονή μέχρι την άλλη Κυριακή. Θα έρθει να τη δω.» Σκέφτηκε.

Ανακάτεψε μια τον καφέ στο μπρίκι και μόλις άρχισε να φουσκώνει τον τράβηξε και τον σέρβιρε στο άσπρο φλιτζανάκι με τα χρυσά σιρίτια που είχε φέρει από το σπίτι. Το πήρε και πήγε να καθίσει στον αυλόγυρο στα μισά τραπεζάκια.
Άνοιξε ένα σπαστό κάθισμα και κάθισε έξω ακριβώς από την πόρτα, εκεί που συνήθιζε πάντα να απολαμβάνει τον ήλιο του ανοιξιάτικου απομεσήμερου. Απέναντι από το ύψωμα του Αγίου Δημητρίου.

Θα έπρεπε σε λίγο να πάει να ποτίσει τα γιασεμιά και τα φούλια. Ήταν υπεύθυνος κήπου. Είχε μέρες να βρέξει αλλά δεν τον ένοιαζε γιατί το νερό που έρχεται απ’ τις Καρυές, βοηθά εξ ίσου στην ανάπτυξη. Μέχρι την Πρωτομαγιά πρέπει να έχουν φουντώσει αρκετά και να είναι όλα ανθισμένα. Οι κυράδες που έρχονται να ψωνίσουν, πρέπει να μαγευτούν από τα αρώματα και τα χρώματα και να αγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερα φυτά. Κάθε Πρωτομαγιά γίνεται αυτός ο πανικός και τα γλαστράκια των Λεπρών γίνονται ανάρπαστα από τους επισκέπτες.

Πήρε την πρώτη ρουφηξιά απ’ τον καφέ και κάρφωσε τα μάτια του στην κλειστή πόρτα του απέναντι δωματίου. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. Το διπλανό δωμάτιο ήταν άδειο εδώ και έξι μήνες. Και γιατί αδειάζει ένα δωμάτιο στο Λωβοκομείο; Γιατί ο κάτοικός του μετακόμισε παραπάνω. Στον Παράδεισο.Ο Νικολός σηκώθηκε, πήρε άλλο ένα φλιτζάνι από το κουζινάκι και σέρβιρε τον υπόλοιπο καφέ που είχε περισσέψει στο μπρίκι. Αφού βγήκε πάλι έξω, το τοποθέτησε στο άλλο μισό τραπεζάκι, απέναντι στο δικό του. Άνοιξε δίπλα και μια σπαστή καρέκλα σαν κάποιον να περιμένει. Καλός άνθρωπος ο κυρ Γιάννης. Άγιος!
Ο θεός να τον αναπαύσει. Δεν είχε πειράξει ούτε μυρμήγκι.

Αυτά τα δυο μισά τραπεζάκια, κάποτε ήταν ένα. Πότε ο ένας το είχε, πότε ο άλλος. Σκέφτηκαν λοιπόν να το τεμαχίσουν δίκαια και να το μοιραστούν. Έτσι μισό τραπεζάκι θα έμενε πάντα έξω από την πόρτα του κάθε νοικοκύρη. Ο κυρ Γιάννης ήταν μαραγκός. Ήξερε από τέτοιες δουλειές. Του είχε ως τώρα αραδιάσει ένα σωρό ιστορίες από τις μαραγκοσύνες του. Αστείες και σοβαρές. Κατασκεύαζε έπιπλα για
εκκλησίες. Στασίδια και παγκάρια.

Πήρε λοιπόν το τραπέζι και το έβαλε ανάποδα πάνω στην πεζούλα. Σημάδεψε τη μέση και με ένα πριόνι το έκοψε στα δύο πολύ εύκολα. Ο Νικολός παρατήρησε πως τα τραπεζάκια ήταν αρκετά μεγάλα για τον καφέ τους, αλλά είχαν μόνο δύο πόδια το καθένα. Γέλασε τότε από την αβλεψία του κυρ Γιάννη. Όταν τα έφερε κοντά όμως , είδε πως η κοψιά τους ταίριαζε απόλυτα με το «δόντι» της κολώνας στο πλάι της κάθε πόρτας.

Από τότε έστησε ο καθένας το δικό του τραπεζάκι έξω από την πόρτα του και κάθε απόγευμα απολάμβαναν μαζί το καφεδάκι τους ανταλλάσσοντας ιστορίες. Ο κυρ Γιάννης του έλεγε πως κατασκεύασε τα στασίδια σε ένα σωρό εκκλησίες του Κάμπου και της Χώρας. Πολλές χοντρές κυρίες σφήνωναν μέσα και δεν μπορούσαν να βγουν. Ήταν πολύ περιγραφικός και αστείος. Ο Νικολός διασκέδαζε με τον τρόπο που αφηγούταν ο γείτονάς του και του ανταπέδιδε τα δικά του κατορθώματα, με τα χοντροπάπουτσα του χωριάτη και τα τακούνια της κυρίας που κατά λάθος μπέρδεψαν τα πακέτα.

Τώρα το φλιτζανάκι με τον καφέ μένει εκεί ανέγγιχτο. Έξω από την κλειστή πόρτα…

«Αν με βλέπει από ψηλά ο κυρ Γιάννης, να ξέρει ότι δεν τον ξέχασα.» Σκέφτηκε.

Ο Νικολός μάζεψε τα φλιτζανάκια στο νεροχύτη, φόρεσε την χοντρή ποδιά του κήπου, το ψάθινο καπέλο του και το προστατευτικό γάντι και πήγε να ποτίσει τα γιασεμιά και τα φούλια. Καθώς κατέβαινε για τον ανθόκηπο είδε στον Άγιο Λάζαρο να στέκεται ο παπά Γιώργης, ο εφημέριος του Λωβοκομείου.
«Νικολή, έλα πάνω στο Εφορείο που θέλω να σου πω.» Του φώναξε.

Εκείνος θυμήθηκε την μαύρη μέρα που του ανακοίνωσε το θάνατο του γείτονά του και τον κοίταξε απορημένα. Δεν θα άντεχε άλλη τέτοια στεναχώρια. Παράτησε κάτω τους κουβάδες και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια. Μπήκε στο Εφορείο και έβγαλε το σκιαθάκι του.
«Τι συμβαίνει δάσκαλε;» τον ρώτησε με αγωνία.
«Τίποτα… μην ανησυχείς… έχω τρεις καλές ειδήσεις να σου πω κι θα ερχόμουν στο αρχοντικό σου.» του είπε. «Όμως αφού είσαι κάτω…»
«Ακούω.» του λέει μονολεκτικά ο Νικολός.
«Πρώτον!» συνέχισε ο ιερέας. «Θα σου φέρω συγκάτοικο….» Ο Νικολός σούφρωσε τα φρύδια περιμένοντας να ακούσει το όνομα του καινούριου του γείτονα.
«… τον ψηλό, το Θωμά. Θέλει ένα πιο ήσυχο δωμάτιο και σκέφτηκα ότι θα τα βρείτε μαζί. Ταιριάζετε νομίζω. Τι λες;» Πριν προλάβει να απαντήσει ο Νικολός, ο παπάς του αράδιασε και την άλλη είδηση.
«Δεύτερον!!. Το συμβούλιο έδωσε πράσινο φως στο αίτημά σου, και από την άλλη εβδομάδα θα μπορείς να βγαίνεις. Μια φορά κάθε 15 μέρες, θα πηγαίνεις στην πλατεία για να πουλάς τα λουλούδια σου.»

Μόνο που δεν πήδησε από την χαρά του ο Νικολός. Πράγματι πριν μερικούς μήνες ζήτησε άδεια να βγαίνει και να πουλά λουλούδια, στο Τζαμί. Μερικοί λεπροί έβγαιναν με προσοχή στην πόλη για προμήθειες και άλλες δουλειές. Ο παπάς συνέχισε αμέσως.

«Και τρίτον!!….»
Ο παπάς σταμάτησε, γύρισε τον κοίταξε και χαμογέλασε πριν συνεχίσει γνωρίζοντας πως αυτή η είδηση θα τον χαροποιούσε πιο πολύ απ’ τις άλλες.
«Η Αντρούλα…. είναι στην πόρτα και σε περιμένει. Παράτα τα λοιπόν όλα και τρέχα αμέσως στην είσοδο.»

Η Αντρούλα γύρισε νωρίς απ’ το μοναστήρι και κατέβηκε από το λεωφορείο στον Αη Δημήτρη. Από εκεί, ήρθε στο Λωβοκομείο με τα πόδια. Δυο βήματα…
Ο Νικολός άρχισε να γελά δυνατά από ευτυχία. Όλα καλά του πήγαν ως τώρα.
Μάζεψε την υφαντή ριγέ ποδιά του στο πλάι, φόρεσε το σκιαθάκι του και έτρεξε στην είσοδο του Λωβοκομείου να συναντήσει την Αντρούλα. Ο «Άγιος» κυρ Γιάννης φαίνεται πως ευχαριστήθηκε με το καφεδάκι και έδρασε από ψηλά!

Μπάμπης Κοιλιάρης

Σχετικές δημοσιεύσεις