Τα χωριά της Χίου δεν πρέπει να σιωπήσουν – Η ζωή, οι άνθρωποι και η μνήμη που χάνεται



Τα χωριά, οι παραξενιές, ο ντόπιος, ο ξένος και ο χωραΐτης

 

Υπάρχουν τόποι που δεν τους γνωρίζεις μέσα από τους δρόμους ή τα σπίτια τους. Τους γνωρίζεις μέσα από τους ανθρώπους τους. Από το βλέμμα της γιαγιάς που κάθεται στο παγκάκι της πλατείας. Από τον ηλικιωμένο που θα σηκώσει το χέρι για να σε χαιρετήσει χωρίς να σε γνωρίζει.

Από τον καφετζή που θα σε ρωτήσει αν είσαι περαστικός ή αν ήρθες για να μείνεις.

Ζούμε σε μια εποχή που όλοι προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την «παραξενιά» του άλλου.

Αντί να γνωρίσουμε τον άνθρωπο, αναζητούμε πρώτα την ταυτότητά του. «Ποιος είσαι; Από πού είσαι;

Τι γυρεύεις εδώ;». Ερωτήσεις που ακούγονται συχνά στα μικρά χωριά και που σε έναν άνθρωπο της πόλης ίσως μοιάζουν αδιάκριτες. Στην πραγματικότητα, όμως, κρύβουν κάτι πολύ διαφορετικό.

Κρύβουν την ανάγκη της ανθρώπινης επαφής.

Τον τελευταίο καιρό ζω σε ένα μικρό χωριό της Νότιας Χίου. Έναν τόπο που τον χειμώνα μετρά μόλις 110 κατοίκους, αλλά το καλοκαίρι μεταμορφώνεται σε μια μικρή πολιτεία. Τα σοκάκια γεμίζουν ξανά παιδικές φωνές, οι αυλές ανοίγουν, τα σπίτια ζωντανεύουν και οι πλατείες αποκτούν ξανά τον παλιό τους παλμό.

Τον χειμώνα, όμως, η εικόνα αλλάζει. Οι δρόμοι αδειάζουν, οι πόρτες μένουν κλειστές και η σιωπή γίνεται ο πιο σταθερός κάτοικος του χωριού.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή υπάρχει ζωή. Στα καφενεία οι λίγοι θαμώνες συζητούν για τη μαστίχα, για τη σοδειά, για τον καιρό, για τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Οι ίδιες κουβέντες επαναλαμβάνονται σχεδόν κάθε μέρα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν άλλα θέματα, αλλά γιατί η καθημερινότητα στα χωριά έχει έναν διαφορετικό ρυθμό. Έναν ρυθμό που δεν κυνηγά τον χρόνο
αλλά τον σέβεται.

Οι γιαγιάδες κάθονται στα παγκάκια και περιμένουν. Δεν περιμένουν μόνο να περάσει κάποιος γνωστός.

Περιμένουν μια κουβέντα. Μια καλημέρα. Ένα χαμόγελο. Περιμένουν τα εγγόνια τους να επιστρέψουν το καλοκαίρι για λίγες ημέρες. Εκείνες οι λίγες ημέρες αρκούν για να αλλάξει ολόκληρος ο χρόνος τους. Το σπίτι γεμίζει φωνές, η κουζίνα μυρίζει φαγητό, η αυλή αποκτά ζωή.

Και ύστερα έρχεται πάλι ο Σεπτέμβρης.

Τα παιδιά φεύγουν, τα αυτοκίνητα λιγοστεύουν και επιστρέφει ο γνώριμος ήχος της ερημιάς. Ένας ήχος που δεν ακούγεται στα αυτιά, αλλά στην καρδιά. Είναι η σιωπή των άδειων σοκακιών. Είναι οι άνθρωποι που ψάχνουν κάποιον να μιλήσουν, κάποιον να ακούσει μια ιστορία που κουβαλούν δεκαετίες μέσα τους.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές: ποιος θα κρατήσει ζωντανή την ιστορία αυτών των χωριών όταν οι άνθρωποι αυτοί δεν θα υπάρχουν πια;

Ποιος θα διηγείται πώς γινόταν κάποτε η συγκομιδή της μαστίχας;

Ποιος θα θυμάται τα πανηγύρια, τα έθιμα, τις ιστορίες της Κατοχής, της ξενιτιάς, της φτώχειας αλλά και της αλληλεγγύης;

Ποιος θα γνωρίζει γιατί κάθε πέτρινο σοκάκι έχει το δικό του όνομα και κάθε σπίτι τη δική του ιστορία;

Η ιστορία ενός τόπου δεν γράφεται μόνο στα βιβλία. Γράφεται στις αφηγήσεις των ηλικιωμένων, στις συνήθειες που περνούν από γενιά σε γενιά, στις μικρές καθημερινές στιγμές που θεωρούμε δεδομένες μέχρι να χαθούν.

Σήμερα μιλάμε συνεχώς για ανάπτυξη, για τουρισμό, για επενδύσεις και για έργα. Όλα είναι απαραίτητα. Όμως υπάρχει και μια άλλη επένδυση που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε. Η επένδυση στους ανθρώπους.

Γιατί ένα χωριό δεν σώζεται μόνο όταν ασφαλτοστρωθεί ένας δρόμος ή όταν ανακαινιστεί μια πλατεία. Σώζεται όταν παραμένουν άνθρωποι που θα την περπατούν. Όταν υπάρχουν παιδιά που θα γελούν στις αυλές. Όταν οι ηλικιωμένοι δεν αισθάνονται ξεχασμένοι από την κοινωνία.

Ο ντόπιος, ο ξένος και ο χωραΐτης δεν έχουν τελικά τόσες διαφορές. Όλοι αναζητούν το ίδιο πράγμα: να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου. Ότι κάποιος θα τους χαιρετήσει με το όνομά τους. Ότι κάποιος θα τους περιμένει.

Ίσως γι’ αυτό τα χωριά διατηρούν ακόμη μια αυθεντικότητα που δύσκολα συναντά κανείς στις μεγάλες πόλεις. Εκεί δεν μετρά η κοινωνική θέση ούτε το επάγγελμα. Μετρά ο λόγος, η καλημέρα, η παρουσία.

Ας μη θεωρούμε λοιπόν τους ανθρώπους των χωριών δεδομένους. Είναι οι τελευταίοι φύλακες της συλλογικής μας μνήμης. Είναι οι άνθρωποι που κρατούν ζωντανή την ιστορία, τα έθιμα, τη γλώσσα και τις αξίες που κληρονομήσαμε.

Αν χαθούν εκείνοι, δεν θα χαθούν μόνο μερικοί κάτοικοι από έναν χάρτη. Θα χαθεί ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας.

Γι’ αυτό, όταν βρεθείτε στο χωριό σας, μην προσπεράσετε τη γιαγιά που κάθεται στο παγκάκι. Μην πείτε «θα περάσω άλλη φορά» από τον ηλικιωμένο γείτονα. Καθίστε για λίγα λεπτά μαζί τους.
Ακούστε τις ιστορίες τους. Ρωτήστε τους να σας μιλήσουν για τον τόπο τους.

Γιατί κάποια μέρα θα καταλάβουμε πως ο μεγαλύτερος θησαυρός των χωριών μας δεν ήταν τα πέτρινα σπίτια ούτε οι όμορφες πλατείες. Ήταν οι άνθρωποι τους.

Και τότε ίσως να είναι αργά.

Μην ξεχνάτε τους ανθρώπους του χωριού. Αυτοί κρατούν ακόμη ζωντανή την ψυχή της Ελλάδας.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΥΔΩΝΗΣ

Κι αν αναρωτιέστε για ποιο χωριό μιλάω, είναι εκείνο που δεν χρειάζεται συστάσεις.

Εκεί όπου η πέτρα, η μαστίχα και οι άνθρωποι γίνονται ένα. Οι Ολύμποι της Νότιας Χίου.

Ένα χωριό που δεν ξεχωρίζει μόνο για την ιστορία και την ομορφιά του, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους του.

Όσο εκείνοι θα χαμογελούν στα σοκάκια του, οι Ολύμποι δεν θα είναι ποτέ ένα ακόμη χωριό. Θα είναι μια ζωντανή μνήμη της Χίου.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις