Μάθε παιδί μου γράμματα… Γράφει η Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου.

 

 

Εξετάσεις και διαγωνισμούς στα δικά μας τα χρόνια είχαμε από την Πέμπτη τάξη του Δημοτικού και μέχρι το τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου και τον Φλεβάρη και τον Ιούνη.  Του Φεβρουαρίου οι διαγωνισμοί μας ήθελαν διαβασμένους στα κεφάλαια που είχαμε διδαχθεί το πρώτο εξάμηνο, αλλά τον Ιούνιο μας εξέταζαν εφ’ όλης της ύλης κι αυτό ήταν βάρος ασήκωτο και μαρτύριο σαδιστικό.

Να λάμπει ο ήλιος προκλητικά διασχίζοντας αργά τον καταγάλανο θόλο, ν’ αστράφτει η θάλασσα παραδομένη στο χάδι του μελτεμιού, να τιτιβίζουν τα πουλιά πολυάσχολα έξω απ’ το παραθύρι τσιμπολογώντας τις άγουρες ρόγες στην κληματαριά, να τσιρίζει το παιδομάνι και να χαλά ο κόσμος κι η γειτονιά απ’ τα τρεχαλητά κι εσύ…;  Εσύ, εκεί…  Με τα μάτια γουρλωμένα από χαύνωση ενοχλητική, καρφωμένα σ’ αράδες ακαταλαβίστικες και τα μυαλά ασυμμάζευτα, παραδομένα σε φαντασιώσεις κι όνειρα εκτός τόπου και χρόνου, να πρέπει, λέει, να μάθεις και ν’ αποστηθίσεις με τι ισούται το τετράγωνο της υποτεινούσης, πότε γεννήθηκε ο Νικηταράς και πόσο πληθυσμό έχει το κράτος της Ακτής του Ελεφαντοστού!

Κι όμως…  Επειδή η ανάγκη γίνεται φιλότιμο κι επειδή ο έλεγχος διαγωγής και προόδου και το ενδεικτικό θα μαρτυρούσαν αδιάσειστα τις προσπάθειες και τους κόπους, θέλοντας και μη διάβαζες.  Διαβάζαμε, ξενυχτούσαμε και ξημερωνόμαστε μελετώντας.  Μα… το καλοκαίρι ήταν μπροστά, οι διακοπές μας έκλειναν το μάτι, οι αγωνίες απ’ τις ψυχές μας περνούσαν ξώφαλτσα και προσωρινά και τα άγχη τα ξέπλεναν εύκολα τα πρώτα μακροβούτια!

Άλλωστε, στις αρχές του Ιούνη κάθε χρόνο ανυπομονούσαμε για ένα άλλο γεγονός, πολύ σημαντικό, που για τη διοργάνωση και τη διεκπεραίωσή του έπρεπε να αφιερώνουμε πολύ χρόνο και πολλές προσπάθειες.  Έτσι, το δυσάρεστο πρόβλημα των διαγωνισμών το απωθούσαμε και το αφήναμε για το τέλος.  Ξέρει, βλέπεις, το παιδικό μυαλό να κρατά ισορροπίες, δεν σκαμπάζει από προβλέψεις και πρόνοιες, αφήνει τις αγωνίες και τα άγχη να κοιμούνται στην ησυχία τους και κάθε πράγμα το αντιμετωπίζει στην ώρα του κι  έτσι είναι καλώς καμωμένο.

Στις πρώτες τάξεις, μάλιστα, του Δημοτικού, όλες τις ελεύθερες ώρες μας, μα και τις πιότερες από τις ώρες των μαθημάτων, τις ξοδεύαμε στις πρόβες και στις προετοιμασίες για τις «επιδείξεις», των οποίων η διοργάνωση κάθε χρόνο οριοθετούσε και το τέλος της σχολικής περιόδου και τις  περιμέναμε πώς και πώς.

Γιατί σ’ αυτή την ηλικία η ώρα είναι αιώνας, μ’ αποτέλεσμα η χρονιά να μοιάζει ατελείωτη!  Κι όπως η ζέστη ανέβαζε τον υδράργυρο στο θερμόμετρο, έτσι οι αντοχές μας έπεφταν – αντιστρόφως ανάλογα – στο ελάχιστο κι οι αποδώσεις μας… στο μηδέν.

Ευτυχώς, τότε ήταν που άρχιζε η φούρια για τις επιδείξεις και με το πήγαιν’ έλα στα γήπεδα, με το βάλε-βγάλε στολές και κοστούμια και με το πες και ξαναπές στιχάκια, ποιήματα και τραγούδια, έφευγαν οι τελευταίες μέρες, χαρούμενες και γεμάτες ενδιαφέρουσες δραστηριότητες.  Ασκήσεις, αθλοπαιδιές, χορευτικά, ταμπλό-βιβάν, σκετς, απαγγελίες, απορροφούσαν όλη μας την προσοχή κι εξασκούσαν τις επιδεξιότητές μας, εξαντλούσαν όμως τους δασκάλους μας και τους έφερναν μέχρι τα όρια των αντοχών τους κι ακόμη παραπέρα.

Εδώ θα πρέπει να σταματήσω και μ’ αγάπη να αναφερθώ στους δασκάλους μας, που σαν πραγματικοί λειτουργοί, ταγμένοι κι αποφασισμένοι να μας οδηγήσουν στους δρόμους της μάθησης και της γνώσης, πάσχιζαν σε κάθε περίπτωση κι όσο περνούσε από τη δύναμή τους, να μας μεταδώσουν με τον λόγο, τις πράξεις, τους τρόπους και τις ιδέες τους τα όσα έπρεπε να κατανοήσουμε και να διδαχθούμε, ώστε κι εκείνοι να δικαιωθούν σαν εκπαιδευτικοί, αλλά κι εμείς να κερδίσομε όσα ποτέ άλλοτε δεν θα ‘χαμε την ευκαιρία ν’ αποθησαυρίσομε.

Γιατί το άγραφο βιβλίο του μυαλού και το άσπιλο χαρτί της ψυχής του ανθρώπου γεμίζουν και καταγράφουν γνώσεις, συναισθήματα, μνήμες και παραδείγματα στα πρώτα χρόνια της ζωής του.  Ύστερα, η φύση πετά τα μολύβια και τους κοντυλοφόρους, βάζει την υπογραφή και σφραγίζει κι όσα γράφτηκαν… γράφτηκαν.     Μετά, μόνο αντίγραφα και φωτοτυπίες βγάζει πια από κει μέσα ο καθένας για ν’ αποδείχνει το τι είναι, τι ξέρει, τι κουβαλεί και τι τον προσδιορίζει.

Αυτοί, λοιπόν, οι σκαπανείς, αυτοί οι αδαμαντοθήρες, οι ονειροπόλοι, με το μεράκι το πολύ, με τη συναίσθηση του καθήκοντος την επιτακτική και την απλόχερη σπατάλη  της ζωής τους μας δίδαξαν τότε τις πραγματικές αξίες.

Τότε που τα μέσα και τα κεντρίσματα για να «ξυπνήσει» και να καλλιεργηθεί το μυαλό μας ήταν πενιχρά, τότε που η κοινωνία, σκληρή και αγχωμένη απ’ τη φτώχια, τους πολέμους και την αμάθεια, αποτελούσε κακό παράδειγμα, τότε που οι γονείς ήταν κατά το πλείστον άνθρωποι απλοί, απαίδευτοι, με ελάχιστες γνώσεις, πλήθος ταμπού, συνήθειες και φοβίες αποπνικτικές, που τους πήγαιναν αντί μπροστά πίσω και παραπίσω και δεν είχαν πολλά να μας κληροδοτήσουν, τότε εκείνοι οι δάσκαλοι ήταν που μοχθώντας, παρά τις πενιχρές υλικές ανταμοιβές και την ανύπαρκτη υποστήριξη και αναγνώριση στο έργο τους, μας άνοιξαν πρώτοι τις πόρτες τις κλειστές για ν’ αγναντέψομε με θάρρος το μέλλον και τα όνειρά μας.

Μας δίδαξαν, ύστερα, πώς να ξεθάβομε και να ξεχωρίζομε την ατίμητη πνευματική μας κληρονομιά μέσ’ από τις βρωμιές, τις σκόνες και τα σκουπίδια που κατά καιρούς θα μας σέρβιραν οι επιτήδειοι – σαν γνώσεις – για να μας παραπλανήσουν και να μας αναγκάσουν να γίνομε φερέφωνα και υποχείριά τους.  Μας έδειξαν, επίσης, το πώς να βαδίζομε, με σταθερά βήματα και με πορείες μαχητικές, πάνω στα χνάρια γενναίων ηρώων προγόνων, χωρίς ν’ αποβλέπομε σε κέρδη υλικά που απαιτούν ηθικές εκπτώσεις, παρά με στόχο ένα δάφνινο στεφάνι κι ένα κλαδί ελιάς να μοχθούμε και ν’ αντιστεκόμαστε.

Είχα, λοιπόν κι εγώ την τύχη να πέσω στα άγια χέρια ενός άξιου και ακάματου λειτουργού-δασκάλου, από την πρώτη ώρα που πήγα στο Δημοτικό και μέχρι την αποφοίτησή μου απ’ αυτό.  Εκείνος ο ηθικός άνθρωπος – ο Θεός να τον αναπαύει – ο παραδειγματικός πατέρας και ιδανικός εκπαιδευτικός, ο Ιωάννης Βαριαδάκης, ήταν ο δάσκαλός μου για έξι χρόνια.

Ο καλός μας «Κύριος», που μας τάισε το γλυκό ψωμί της γνώσης και μας πότισε το καθάριο νερό της ανθρωπιάς και της αξιοπρέπειας, τραγούδησε μαζί μας κι έτσι συνήθισαν τ’ αυτιά μας τη μουσική, μέσ’ απ’ τα «τσακίσματα» του δοξαριού του.  Μας ζωγράφισε πουλιά και λουλούδια στους τοίχους, στον πίνακα και στην φαντασία μας και ξεχώρισαν τα μάτια μας τα χρώματα, αγαπήσαμε της φύσης τις καλλονές, των εποχών τις αλλαγές και τα χαρίσματα και των τεχνών τα κατορθώματα, όσα δηλαδή αγαπούσε κι εκείνος.

Μας δασκάλεψε το πώς, με τον σωστό αγώνα και την αξιοπρέπεια, να κερδίζομε τη θέση μας στην εξέλιξη και στην κοινωνία, πώς να τιμούμε για να μας τιμούν, πώς ν’ αντιδρούμε για να μας ακούν, πώς να χαρίζομε πριν να μας γυρέψουν και πώς να διεκδικούμε όταν μας αδικούν.

Μας δίδαξε την πατριδογνωσία, χτίζοντας με χρωματιστή άμμο – σαν πλαστουργός – μπρος στα εκστατικά μας μάτια ουράνια σώματα, βουνά, θάλασσες και πολιτείες κι έτσι κατανοήσαμε το σύμπαν.  Την ιστορία μας την δίδαξε μέσ’ απ’ τα δημοτικά τραγούδια και μέσ’ απ’ τις παραστάσεις που εκείνος σκηνοθετούσε κι εμείς υποδυόμασταν τους ήρωες τους μυθικούς και τους αγωνιστές επαναστάτες.  Κι έτσι, παίζοντας και τραγουδώντας, μπαίναμε και βγαίναμε στους αιώνες και τους χαρακτήρες, τους κατακτούσαμε, μας κατακτούσαν και μας σημάδευαν.

Την αριθμητική και τη γεωμετρία μας την έμαθε μόνο όπως ένας μουσικός κι ένας καλλιτέχνης μπορούσε να μας τη μάθει και μέσα από σχήματα και ψηφία μας έδειξε πώς να μετρούμε τους χώρους και τα μεγέθη.  Ακόμα και τα θρησκευτικά τα έκανε μάθημα ζωντανό και καθόλου πληκτικό, καθώς απλά και κατανοητά ζωντάνευε αφηγηματικά, με γλώσσα καθημερινή τις παραβολές και τα ευαγγέλια, τονίζοντας την αγάπη στον πλησίον και τον σεβασμό στον άνθρωπο.  Μα πάνω απ’ όλα, μας δίδαξε τις υπέρτατες αξίες αγάπη – γνώση – αξιοπρέπεια, πάνω στις οποίες έπρεπε να οικοδομηθεί η ζωή μας κι η ψυχή μας ν’ αντέξει και να διατηρηθεί άφθαρτη κι αναλλοίωτη.

Τυχερή, λοιπόν, εγώ, που σαν τον Μέγα Αλέξανδρο μπορώ να λέω πως στους γονείς μου οφείλω τη ζωή, μα και στον δάσκαλό μου χρωστώ τη γνώση για να ζω χρήσιμα και σωστά.  Τα λόγια αυτά θυμάμαι, είχα γράψει για τον καλό μου δάσκαλο στην εκδήλωση που οργάνωσε το σχολείο όταν εκείνος συνταξιοδοτήθηκε  κι είχα κληθεί – μαθήτρια πια του Γυμνασίου – να εκφωνήσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο.

Εκτός από τον αείμνηστο δάσκαλο, τον Γιάννη τον Βαριαδάκη, ο οποίος συγχρόνως ήταν και διευθυντής του Πρότυπου Η΄ Δημοτικού Σχολείου Χίου, του σχολείου μας, θυμάμαι κι άλλους καλούς δασκάλους που μας δίδασκαν γυμναστική, ζωγραφική, κέντημα, μουσική, ανάγνωση και μετάφραση του Ευαγγελίου τα απογεύματα.  Στον καιρό μου, βλέπετε, εκτός από τα πρωινά μαθήματα – και του Σαββάτου συμπεριλαμβανομένου – πηγαίναμε στο σχολείο δυο-τρεις ώρες και το απόγευμα!

Εργαζόμασταν, λοιπόν, πολύ και σκληρά κι εμείς κι οι δάσκαλοί μας.  Θα αναφέρω  μερικούς, τιμής ένεκεν, γιατί τους αξίζει η εύφημος μνεία:  Δημήτριος Γλύκας, Βέρα Παξινού, Κωνσταντίνος Βαβυλουσάκης, Θεοδώρα Μπεγάκη, Βασίλειος Μαλλάς, Ιωάννα Συρίγου, Ανδρονίκη Κώδη.  Τους θυμάμαι μ’ αγάπη κι ευγνωμοσύνη κι ας είναι καλά όπου κι αν είναι.

Να μην ξεχάσω, όμως, να αναφέρω και την αείμνηστη αγαπημένη μου δασκάλα, το Μαράκι του Τσιμπούκα – όπως την αποκαλούσαν – που από την Δευτέρα του Δημοτικού κι ύστερα, με τρόπο ευγενικό, μέθοδο τρυφερή και τακτικές αγαπησιάρικες, μου δίδασκε για χρόνια αγγλικά.  Όταν πήγα, όμως, στο Γυμνάσιο άλλαξα καθηγήτρια, γιατί εκείνη παντρεύτηκε τον γιατρό μας Γιάννη Τουλαμπή, ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος άξιός της, εξίσου ευγενικός, ταπεινός, ασκητικός και αφοσιωμένος στο λειτούργημά του.

Είχα την τύχη, λοιπόν, να φοιτήσω στο Η΄ Δημοτικό Σχολείο Χίου, που στεγαζόταν στο μισό δεξί τμήμα του μεγάλου σχολικού συγκροτήματος στο Βουνάκι.  Τότε το λέγαμε Πρότυπο Βουνακίου.  Συστεγάζεται με το Γ’ Δημοτικό σ’ ένα επιβλητικό δίπατο κτίσμα νεοκλασικού ρυθμού, που κτίστηκε το 1934-1936 μέσα σ’ ένα μεγάλο οικόπεδο κι έτσι οι μαθητές έχουν το προνόμιο να τρέχουν και να παίζουν όσο θέλουν στα διαλλείματα.  Είναι ευρύχωρο, φωτεινό, σωστά προσανατολισμένο, με εσωτερικούς χώρους άνετους και καθαρούς κι ακόμη και τώρα, ύστερα από τόσες δεκαετίες ζωής, είναι μεγαλόπρεπο κι ένα άριστο δείγμα διδακτηρίου.

Μα εσύ να δεις κόντρες και καβγάδες για το τίνος το σχολείο είναι το καλύτερο!  Αφού ίδια κι απαράλλαχτα ήταν τα σχολεία μας, εμείς θέλαμε σώνει και καλά να ‘ναι «το δικό μας» το πιο καλό.

Προνόμιο μεγάλο για το παιδί που φοιτά σ’ ένα τόσο άρτια εξοπλισμένο, πολυτελώς κατασκευασμένο, άνετο και λουσμένο στο φως του ήλιου σχολείο!  Ακόμα και σήμερα, περνώντας έξω από το σχολείο μου, νοιώθω περηφάνια και μακαρίζω τον εαυτό μου που, τα έξι πρώτα χρόνια της μαθητικής μου ζωής τα έζησα μέσα σ’ αυτό το ίδρυμα, το οποίο και τώρα ακόμα, στέκεται αγέρωχο κι επιβλητικό!

Το «δικό μας» σχολείο ήταν από την πλευρά της Ράμνης την Ανατολική.  Ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα των σχολείων ήταν οικοδομημένο σε σχήμα ανάποδου Π στη μέση ενός τεράστιου οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στο δρόμο της Ράμνης που βγάζει στο Λατόμι και στον δρόμο των Αγίων Αποστόλων που πάει στον Κοφινά κι έχει έκταση όσο τέσσερα ή έξι οικοδομικά τετράγωνα περίπου!  Έχει δύο κύριες εισόδους, μια από κάθε δρόμο για το κάθε σχολείο αντίστοιχα.  Άσπρα μαρμάρινα πλατιά σκαλοπάτια ανεβαίνουν μέχρι τα περιστύλια των εισόδων, που κι αυτά είναι στρωμένα με μάρμαρα αστραφτερά κι οι κολώνες τους στηρίζουν τις βεράντες του δευτέρου ορόφου όπου σε ιστούς χοντρούς κυματίζει η Ελληνική σημαία.

Εκεί, στα πρώτα σκαλοπάτια στέκονταν οι δάσκαλοί μας τα πρωινά κι ο μαθητής που θα ‘λεγε τη προσευχή σαν ο καιρός ήταν καλός κι εμείς όλοι από κάτω στοιχημένοι ανά τάξη ψάλαμε τον Εθνικό Ύμνο και το «Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς, άκου τούτη τη στιγμή, των παιδιών σου τη φωνή».  Αν όμως ο καιρός ήταν κρύος και βροχερός, μαζευόμασταν – λίγο στριμωγμένα βέβαια – μέσα στο μεγάλο χωλ, στο οποίο έμπαινε κανείς μόλις δρασκέλιζε την είσοδο.  Εκείνες τις ώρες επικρατούσε ένα πανδαιμόνιο κι ο αντίλαλος ήταν εκκωφαντικός αλλά… και στις χελιδονοφωλιές την άνοιξη πανδαιμόνιο επικρατεί.  Ψέματα;

Στο βάθος τούτης της μεγάλης αίθουσας υποδοχής ξεκινούσε μια πλατιά καλλιμάρμαρη σκάλα, που οδηγούσε στις τάξεις του πρώτου ορόφου.  Ένας μακρύς διάδρομος στο πλάι της οδηγούσε επίσης στις τάξεις του ισογείου.  Μια πόρτα βορινή έβγαζε στην πίσω αυλή, όπου το έδαφος ήταν αργιλώδες κι όταν έβρεχε μαζεύαμε τον πηλό και τον κάναμε γλυπτά και χειροτεχνήματα, μα πιο πολύ πασαλείβαμε τα παπούτσια μας, τα χέρια, τα μούτρα μας και τα θρανία!

Στο τέρμα του οικοπέδου, στην πίσω αυλή, ήταν τ’ αποχωρητήρια, κάποιες αποθήκες κι οι βρύσες του νερού.  Εκεί παλιά, τα πρώτα χρόνια που πήγα στο σχολείο, ετοίμαζαν «το συσσίτιο».  Μπαίνοντας στο χωλ δεξιά ήταν το γραφείο του Διευθυντού, το άλλο των δασκάλων, το γραφειάκι του επιστάτη κι η καμαρούλα της σαρώτριας, απ’ όπου πουλούσε και τα κουλουράκια της, για να συμπληρώσει το μικρό εισόδημά της από τις δραχμούλες που της δίναμε.  Γιατί τότε η παιδεία δεν ήταν δωρεάν και πλήρωναν οι γονείς μας κάθε χρονιά την εγγραφή μας, τα δίδακτρα, για τον επιστάτη και για τη σαρώτρια επίσης, χώρια τα λεφτά που ήθελαν για τα βιβλία μας και τα τετράδια μας.

Σ’ αυτήν, λοιπόν, την αίθουσα μετά την είσοδο μαζευόμασταν για την πρωινή προσευχή το χειμώνα και σ’ όλες τις εορτές και τις συγκεντρώσεις που δεν ήταν τόσο σημαντικές όσο οι Εθνικές Εορτές, στις οποίες οι εκδηλώσεις και οι ομιλίες γίνονταν στη μεγάλη αίθουσα του θεάτρου στον δεύτερο όροφο, όπου υπήρχε μια κανονική σκηνή με παρασκήνια και υποβολείο, αυλαία από πορφυρό βελούδο και πλατεία με πολλές σειρές καθισμάτων!

Ας πούμε, για την γιορτή των Τριών Ιεραρχών, για την φιέστα της Απόκριας ή για την εκδήλωση για την Αποταμίευση, μέναμε στο χωλ, όπου οι εκάστοτε ομιλητές και οι μαθητές ανέβαιναν στο πάνω πλατύσκαλο κι από κει εκφωνούσαν, τραγουδούσαν ή απάγγελαν τα ανάλογα για την περίσταση.

Και είναι σαν να τη βλέπω τούτη τη στιγμή την επιγραφή πάνω από το κεφάλι τους «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», καθώς και τα πορτραίτα των ηρώων του ’21 γύρω-γύρω στους τοίχους αραδιασμένα να παρακολουθούν βλοσυρά.  Σ’ αυτά κάρφωνα τα μάτια μου για να υπνωτιστώ και ν’ αποδράσω, μην έχοντας υπομονή ν’ ακούω βαρετούς λόγους, μονότονα στιχάκια παράφωνα και χιλιοειπωμένα ή προσπαθώντας ν’ ανακουφιστώ από τη δυσάρεστη και καμιά φορά επώδυνη ορθοστασία.

Όμως τους εορτασμούς της 28ης Οκτωβρίου ή της 25ης Μαρτίου και των Χριστουγέννων τους κάναμε με μεγάλη επισημότητα και πολλές προετοιμασίες στην αίθουσα του Θεάτρου.  Κι εκεί να δεις έξαψη και δράση!  Μέρες πολλές πριν οι καλοί μας δάσκαλοι δίδασκαν και προετοίμαζαν τον καθένα μας στον ρόλο του, για να παρουσιαστεί τελικά μια όσο το δυνατόν πιο άρτια παράσταση.  Ώρες ατέλειωτες τραγουδούσαμε στη χορωδία!  Αμέτρητα τα σχέδια για τα κουστούμια και τα σκηνικά!

Κι εγώ, σαν πρώτη αριστούχος, να ‘χω πάντοτε και τους πρώτους ρόλους, γιατί και σωστά τραγουδούσα, μα είχα κι ευχάριστη απαγγελία.  Άλλοτε, λοιπόν, ήμουν ο Κατσαντώνης που κατατρόπωνα τη Τουρκιά κι άλλοτε ο γέροντας που συμβούλευε τα ένδοξα σαράντα παλικάρια από τη Λεβαδειά.  Βλέπεις, έτσι θρεμμένη και νταρντάνα ανέκαθεν, έπειθα με το μέγεθός μου πως ήμουν παλικάρι αντρειωμένο!

Μα τον υπόκωφο θόρυβο που ‘καμναν τα τρεχαλητά μας πάνω και πίσω στη σανιδένια σκηνή και τα παρασκήνια ακόμα τον έχω στ’ αυτιά μου και στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά της σκόνης, που, χρόνια μαζεμένη πάνω στην αυλαία, γέμιζε το χώρο καθώς την ανοιγοκλείναμε κι υποκλινόμασταν πάλι και πάλι στα ενθουσιώδη χειροκροτήματα!

Εκτός από την αίθουσα θεάτρου, τους πλατιούς διαδρόμους, τις μαρμάρινες σκάλες και την αίθουσα υποδοχής, εκτός από τις μεγάλες και φωτεινές αίθουσες διδασκαλίας – που τα πλατιά τους παράθυρα άφηναν το βλέμμα μας να ταξιδεύει με τ’ αφράτα συννεφάκια και τα χελιδονάκια στον ουρανό, σαν το βαρετό μάθημα μας έκαμνε ν’ ασφυκτιούμε κι η απραξία κι η αδράνεια έκαμνε τα κορμάκια μας να πονούν και να λαχταρούν ελευθερία και δράση – το σχολείο μας είχε και την αίθουσα του Χημείου, γεμάτη με όλα τα απαραίτητα όργανα για τα πειράματα, την αίθουσα της χειροτεχνίας, τη βιβλιοθήκη και το δωμάτιο με τους χάρτες.  Κι όλοι οι χώροι ήταν ευρύχωροι και σωστά δομημένοι ώστε να εξυπηρετούν τους σκοπούς τους.

Κι εμείς, οι ανύποπτα ευνομούμενοι που χαιρόμασταν τούτο το όμορφο οικοδόμημα κερδίζοντας γνώση και εφόδια για το αύριο, μες στην μακαριότητά μας δεν φανταζόμασταν το πόσο τυχεροί ήμασταν κι ούτε περνούσε ποτέ από το μυαλό μας πως παιδιά συνομήλικά μας δεν είχαν καν σχολείο στα χωριά τους εκείνα τα χρόνια.  Ούτε πως η ανάγκη είχε άλλα συνομήλικά μας να δουλεύουν στα χωράφια και τα εργοστάσια, καταδικασμένα να μη γνωρίσουν τη χαρά της γνώσης και το δώρο της μάθησης.

Κι ούτε υποπτευόμασταν πως κάπου στον κόσμο υπήρχαν κι άλλα παιδιά ενός κατώτερου θεού, που η φτώχια κι οι πόλεμοι, η αμάθεια κι η αδιαφορία τα έσπρωχναν, αντί στο σχολείο και την καλυτέρευση των βιοτικών τους συνθηκών μέσα από τη μόρφωση, στον κόσμο των εύκολων λύσεων και των εγκληματικών πράξεων, για να εξασφαλίσουν μια ζωή εξευτελισμένη κι εξοστρακισμένη στα περιθώρια της κοινωνίας, η οποία και στη συνέχεια θα τα απέρριπτε άδικα και θα τους στερούσε όλα τα νόμιμά τους δικαιώματα.

Στην πρόσοψη του σχολείου μας ήταν ο χώρος της τεράστιας αυλής.  Στην ανατολική πλευρά της ήταν σχεδιασμένοι οι κήποι των λουλουδιών και των λαχανικών.  Τα παρτέρια τους τα σκάβαμε και καλλιεργούσαμε στο μάθημα της Φυσικής Ιστορίας.  Παραδίπλα ήταν και το σκάμμα με μπόλικη άμμο για τις αθλοπαιδιές και στο πιο νότιο άκρο ο δεντρόκηπος που στη σκιά του καταφεύγαμε στα διαλείμματα σαν ζέσταινε ο καιρός.  Εκεί, καθισμένα δυο-δυο, ψιθυρίζαμε τα μυστικά μας τα ανομολόγητα και τα σκαμπρόζικα νέα μας για το ποιος «έχει» ποια και ποια αρέσει σε ποιον κι άλλα τέτοια σκανδαλώδη!

Στη μέση της αυλής ήταν όλος ο χώρος δικός μας για τη γυμναστική, τους χορούς και τα παιχνίδια του διαλείμματος.  Τότε που οι κραυγές μας ήταν ουρανομήκεις σαν πολεμικές ιαχές, τα γέλια μας και τα ξαφνικά μας χάχανα αδικαιολόγητα σαν υστερικά ξεσπάσματα, οι καυγάδες μας αιμοχαρείς που άναβαν χωρίς αιτία κι έσβηναν μετά από φτυσιές, μπουνιές και ξεμαλλιάσματα μόλις άνοιγε μια μύτη και τα τρεχάματα μας τα αδιάκοπα, πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά και πίσω-μπρος σαν ποδοβολητό από ορδές βαρβάρων εκκωφαντικό, ξεσήκωναν σύννεφα σκόνης, αγανακτούσαν τους περίοικους και χαλούσαν τη μακαριότητα της ήσυχης γειτονιάς.

Η δυτική πλευρά της αυλής, κατά τον ίδιο τρόπο διαρρυθμισμένη, ανήκε στο άλλο σχολείο, μα στα διαλείμματα παίζαμε ή μαλώναμε όλα τα παιδιά κι από τα δύο σχολεία ανακατεμένα κι οι περαστικοί χαμογελούσαν με κατανόηση ακούγοντας τον ορυμαγδό!  Γιατί, εκείνα τα χρόνια, η μάστιγα του θορύβου ήταν άγνωστη κι άγνωστη βέβαια ήταν κι η ανυπόφορα ασταμάτητη ροή των οχημάτων πάσης φύσεως που υπάρχει τώρα στους δρόμους της πόλης κι όλου του νησιού και κάνει τη διάβαση, την οίκηση και τη διαβίωση ανυπόφορη!

Τότε, άντε να περνούσε πού και πού αγκομαχώντας και καπνίζοντας κάποιο αργοκίνητο λεωφορείο, ίσως κανένα ταξί από τα μετρημένα στα δάχτυλα που υπήρχαν κι ακόμα πιο σπάνια κάποιο ιδιωτικό αυτοκίνητο.  Αυτά κι αν ήταν λιγοστά κι αχρείαστα, όπως αχρείαστα θα ήταν και σήμερα, αν το συνορισιό κι ο νεοπλουτίστικος τρόπος ζωής δεν επέβαλε να ‘χει δυο-τρία από δαύτα  το κάθε σπιτικό, για να δυσκολεύουν τη ζωή μας και να φρακάρουν στους στενούς δρόμους όπου κινούνται σαν χελώνες με μεγαλοαστικό ρυθμό!

 

Νους υγιής εν σώματι υγιεί…

Σ’ αυτήν την μεγάλη αυλή, λοιπόν, κάναμε και τις γυμναστικές μας επιδείξεις στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού, γιατί στην Έκτη πηγαίναμε επισήμως στο γήπεδο, «στα Μεζάρια» όπως λέγαμε – που ήταν κοντά στην Εμπορική Σχολή, κάτω από την Ευαγγελίστρια – μαζί μ΄ όλα τ’ άλλα παιδιά από τα σχολεία της πόλης.

Εκεί οι γονείς μας, οι δάσκαλοι κι οι επίσημοι – ο παπάς κι ο Δήμαρχος – καθισμένοι στις σειρές των καθισμάτων που είχαμε βάλει σε ημικύκλιο, μας καμάρωναν να παραβγαίνουμε στις «τσουβαλοδρομίες» και στη «μακριά γαϊδούρα» και μας χειροκροτούσαν στους δημοτικούς χορούς – καλαματιανό, συρτό, τσάμικο, κρητικό, θρακιώτικο, κερκυραϊκό – και στην αποχαιρετιστήρια παρέλαση.

Έβαζα όλα μου τα δυνατά να κάνω τα πιο τσαχπίνικα τσακίσματα και τις πιο δύσκολες φιγούρες, γιατί ήθελα να σέρνω πάντα πρώτη το χορό και να κουνώ το μαντήλι μου θριαμβευτικά – είχα, βλέπεις και το προνόμιο να ‘μαι ψηλή κι αυτό βοηθούσε.

Ώρες χοροπηδούσα στην αυλή μας και στο μπαλκόνι της γιαγιάς μου κάνοντας πρόβες, τραγουδώντας για μουσική υπόκρουση «Εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά, την παραπάνω ρούγα, τη φωλιά της έκτισε μια πέρδικα μικρούλα…» και να τα τσακίσματα με το χέρι στη μέση όλο νάζι.  «Πώς θα ‘θελα πολύ να την παινέσω, με λουλούδια του Μαγιού στεφάνι να της πλέξω…» και να το σκέρτσο από την άλλη, με τα μάτια σκοπίμως χαμηλωμένα, σαν «σιγανοπαπαδιά».  Ύστερα, έπιανα το «Ένα καράβι από τη Χιό» και το «Πόσο πουλιέται το φιλί, στη Δύση στην Ανατολή, της παντρεμένης τέσσερα, της χήρας δεκατέσσερα, της λεύτερης είναι φτηνό, το παίρνεις με το χωρατό».  Κατόπιν, μερακλωμένη κι αποκαμωμένη, ξάπλωνα στα ζεστά από τον ήλιο πεζούλια κι ονειρευόμουνα πρωτιές και χειροκροτήματα!

Πώς να μην αναφέρομαι, λοιπόν, με αγάπη και ευγνωμοσύνη στους δασκάλους μας εκείνων των χρόνων, που χωρίς βοηθήματα και μέσα μας έμαθαν τόσα πολλά!

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου.

Συγγραφέας-ποιήτρια.

(Από το βιβλίο μου: Λες και ήταν χθες/εκδόσεις Λεξίτυπον).

Φωτογραφία 1: Στις Γυμναστικές επιδείξεις του Σχολείου μου, του Η’ Δημοτικού Σχολείου. (από το αρχείο μου).

Φωτογραφία 2: Η’Δημοτικό Σχολείο, έτος 2020. (από το διαδίκτυο).

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.