Το ποιόν του λέγω

Του Κ. Α. Ναυπλιώτη

Τη διαφορά στην ανθρώπινη απομόνωση αλλά πάνω απ’ όλα την υπόσταση στον άνθρωπο, την έδωσε η παρουσία του στη φύση, στην οποία και έδωσε χαρακτήρα μέσω της επικοινωνίας δια του λόγου.
Αν και ο ελληνικός κόσμος είχε περιέλθει σε αφάνεια μετά την καταστροφή του μυκηναϊκού πολιτισμού, πράγμα που οδήγησε στον «ελληνικό μεσαίωνα», στη διάρκεια του οποίου –όπως πιστεύεται- οι Έλληνες έχασαν όχι μόνο τη γραφή τους, αλλά και την πολιτισμική τους συνείδηση , αυτή θα αναφανεί με τον Όμηρο, από τον οποίο ουσιαστικά αρχίζει η Ἑλληνοφάνεια, η οποία είχε ως κυρίαρχο στοιχείο τον πνευματικό πολιτισμό που έσωσε την Ελλάδα, όπως η θαλασσοκρατία έσωσε κάποτε την Αθήνα. Η εισαγωγή τού Ομηρικού «λέγειν» έφερε το «λέγω» στη βάση της πραγματικής του σημασίας δίδοντάς του διαφορετική χροιά στο λόγο προσθέτοντας σ’ αυτόν το ερωτικό στοιχείο, μέσω του ἐρῶ (μέλλ. λέξω & ἐρῶ) υπερισχύοντας δηλ. η ποιότητα τής μέχρι τότε ποσότητας. Με το ομηρικό λέγω άρχισε η Ιστορία, εγκαινιάστηκε η Ανθρωπότητα, αποφάνθηκε το Είναι και μίλησε ο πολιτισμός. Ουσιαστικά δηλαδή επικράτησε το ποιόν έναντι του ποσού. Γι’ αυτό το ελληνικό λέγω διαφέρει όχι μόνο από τα «λέγω» των άλλων γλωσσών, αλλά και από τα «λεκτικά» ρήματα της Ελληνικής. Η διαφορά αυτή υπερβαίνει το θρησκευτικό επίπεδο· ωστόσο εμπλουτίζει τη γλώσσα μέσω των ευαγγελίων(βλ. Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν…), και μέσα από τον άνθρωπο αποκτά ανθρωπολογική και διανοητική αξία παγκόσμιας εμβέλειας.
Η υπέρβαση αυτή, ερμηνεύεται τελικά αλλά και σημαίνει «ομιλώ λογικά», και όχι απλώς ισχυρίζομαι (φημί) ή έστω ομιλώ (αὐδάω), αλλά και ομιλώ σε ορισμένο χώρο ή περιβάλλον (ἀγορεύω). Έτσι, το λέγω αποκτά μίαν επιπλέον διαλογική και εν συνεχεία διαλεκτική ετυμολογική αξία· αφού ως λόγος το λέγω εμπεριέχει την απεύθυνση του λεγομένου, και επομένως εμπίπτει σε κριτική δοκιμασία με το εὖ λέγω· εγκωμιάζω, επαινώ, αλλά και ἀμφιλέγω· φιλονικώ για κάτι, αμφιβάλλω. Φαίνεται λοιπόν, πως υπάρχει μια ουσιαστική συνάφεια του λεχθέντος η οποία αναδεικνύεται με την ερωτική ουσία τού λέγειν, ως ο καρπός της σκέψεως με την πραγματικότητα η οποία προϋποθέτει ερωτική προδιάθεση, επικοινωνία, εμβάθυνση και τέλος κατανόηση της πραγματικότητας.
Ο ελληνικός λόγος στο βάθος είναι αυθεντικά ερωτικός λόγος, ως παράγωγο του λέγω (μέλλ. λέξω & ἐρῶ) επειδή ακριβώς είναι ο μοναδικός απ’ όλες τις γλώσσες, που σημαίνει «πλαγιάζω ερωτικά» ως ἄλοχος* στο ίδιο κρεβάτι. Θεωρητικά τουλάχιστο αυτό σημαίνει πορεία προς την αλήθεια(!) εφόσον αναλαμβάνω μέσω της αντίληψης τον έλεγχο στη μάχη του ανθρώπου με τον θάνατο, ως μοναδική φυσική αλήθεια προς τη ζωή.  Έτσι ο λόγος από μονοσήμαντος γίνεται αμφίσημος και αμφίδρομος, που πολλές φορές οδηγεί στην υπέρβαση της «κοινής λογικής» δια της κριτικής ικανότητας.
Η δυνατότητα τού λέγω στην ελληνική γλώσσα είναι αυτή που οδηγεί στον διά-λογο μέσω του διαλέγομαι και ουσιαστικά στην ορθολογική σκέψη, αλλά και στην ονοματοδοσία διάφορων επιστημονικών κλάδων  με δεύτερο συνθετικό  τον «λόγο», πέραν από τη μοναδικότητα τής λογικής η οποία αναδεικνύει αλλά και κατοχυρώνει το κυρίαρχο στοιχείο του λόγου, τη βιολογία, την ψυχολογία, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, τη φιλολογία, καθώς και τους νεότερους επιστημονικούς κλάδους τής οικολογίας, της παπυρολογίας κ.α.
Τα παραπάνω οδηγούν στη διαπίστωση πως η ανθρώπινη γλώσσα – και ιδιαίτερα η ελληνική- δεν είναι απλώς μια εξελιγμένη μορφή επικοινωνίας, σε σύγκριση με τα στοιχειώδη συστήματα επικοινωνίας των ζώων, αλλά μέσω της επιστήμης του «διαλέγεσθαι» οδηγεί τον άνθρωπο στη σπουδή και κατανόηση των λεχθέντων. Με το λέγω  του διαλέγεσθαι ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως Υποκείμενο στον κόσμο και η ανθρωπότητα αποκτά συνείδηση μέσω της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Με το λέγω του διαλέγομαι η ανθρώπινη γλώσσα διακρίθηκε από τη φυσικότητα, απελευθερώθηκε από τη θεότητα, και οι λέξεις παύουν να συγχέονται με τα πράγματα της φύσης αφού γίνονται οι ίδιες πνεύμα, και αντί για θεϊκές εντολές, γίνονται οι ίδιες εντολές και ανθρώπινα βουλεύματα. Στην αρχική της μορφή η γλώσσα, ως εκχώρηση του θεού στους ανθρώπους, αυτή λειτουργεί δίκην Συντάγματος που παραχωρεί ένας απόλυτος μονάρχης στους υπηκόους του, αφού είχε για όλους την ίδια αποστολή και τον ίδιο λόγο υπάρξεως… Ωστόσο ο άνθρωπος είναι δημιουργός και κύριος τής λέξης, και όχι απλός παραλήπτης και χρήστης ενός αλλοτρίου μέσου· αφού αυτός είναι που δίδει στα πράγματα όνομα. Αυτός είναι που ὀνομαίνει (δηλ. δίδει όνομα), ονομάζει, χαρακτηρίζει κάτι, διαλέγοντας, δηλ. διαχωρίζοντας τις λέξεις και  αποδίδοντας σε αυτές λογική οντότητα, δίδοντάς τους ουσιαστικά «ἔνυλο λόγο». Έτσι με τον ελληνικό «λόγο» έχουμε υπέρβαση της θεολογικής θετικότητας καθότι η τομή είναι καίρια και δια της λογικής του λόγου και της επισταμένης μελέτης, ο επιστητός κόσμος γίνεται αντικείμενο μελέτης της επιστήμης, και μέσω της γνωστικής στρατηγικής του «λόγου» ο οποίος στην ουσία εγκαθιδρύει τη γνώση μέσω της νοητικής δύναμης του ανθρώπινου λόγου, εξηγεί, δεν περιγράφει, δεν διατάζει αλλά ούτε απλώς ερμηνεύει.
Καταλήγοντας, να διευκρινίσουμε πως η λέξη διακρίνεται απ’ αυτό που φαίνεται (και βλέπουμε) καθ’ ότι αυτή ούτε βλέπει ούτε ακούει. Το λέγω απομαζοποιεί και διακρίνει τον άνθρωπο ως άτομο αλλά και ως προσωπικότητα, αφού αυτός ισχυροποιείται μέσω του διαλέγομαι.
Έτσι, το ανθρώπινο λέγω μέσω του διαλέγομαι χειραφετείται και αποκτά κριτική διάσταση, αφού πλέον παύει να χρησιμοποιείται ως εντολή, αλλά ως δημιούργημα τής ανθρώπινης λογικής. Καθότι, αυτό που λέγεται προσδιορίζει το ελληνικό λέγειν ως φορέα της ελληνικής δημιουργίας, αλλά και γνωστικής διαδικασίας που ουσιαστικοποιεί τη γνώση μέσω του νοητού και της υπέρβασης,  έστω και αν στην περίπτωσή μας υπερβαίνει την αρχική ετυμολογική αξία τού λέγω, δίδοντάς του όμως νέα δυναμική μέσω του έρωτος.

*  ἄλοχος· α (αθροιστ.+ λέχος (ε>ο) [κλίνη] ) = σύζυγος, σύντροφος, συμβία, παλλακίδα. Ουσιαστικά σημαίνει την γυναίκα που μοιράζεται το ίδιο λέχος – κρεβάτι (κλίνη).  Παραγ. λέκτρον· κλίνη, συζυγική κλίνη. Ησύχ. κοίτη, γάμος, μίξη, συνουσία. Απ’ εδώ και η λ. λεχώνα (η οποία είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι για να ανακτήσει τις δυνάμεις της) αλλά και η άλεκτρος [α+ λέκτρον] και η α.ε λ. λέχριος – ν.ε λεχρίτης ο οποίος είναι ξαπλωμένος λεχρίως – λοξώς (ε > ο) πλαγίως. Η λ. αναφέρεται σε άνθρωπο χαμηλής κοινωνικής ηθικής στάθμης, αποτυχημένο, αλήτη. Σχετ. παράγ. λέξεις: λόξα, λολάδα, λοχίας, επιλοχίας, λοχεία, επιλόχειος (π.χ πυρετός), λόχος, λοχαγός, ελλοχεύω, λοχίζω· χτυπώ με τη λό(γ)χη λοχίτης· αρχ. στρατιώτης.

knafpl@hotmail.com

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.